Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Αρχονταρίκι: "Σταυρωμένη αγάπη"


ΣΥΡΙΑ: ΟΜΙΧΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΓΩΓΗ!


MHTROPOLITESΣε πρωτόγνωρο δράμα παρατεταμένης διάρκειας, που θυμίζει θρίλερ του Νταν Μπράουν, εξελίσσεται η υπόθεση απαγωγής των χριστιανών θρησκευτικών ηγετών του Πατριαρχείου Αντιοχείας, του Ελληνορθόδοξου μητροπολίτη Χαλεπίου και Αλεξανδρέττας κ. Παύλου (Ιάζιτζι) και του Συρορθοδόξου μητροπολίτου Χαλεπίου κ. Ιωάννου (Ιπραχίμ), οι οποίοι απήχθησαν την προηγούμενη Δευτέρα επιστρέφοντας στο Χαλέπι, μετά την εκπλήρωση ανθρωπιστικής αποστολής.
 Το πρωτοφανές εκκλησιαστικό «σίριαλ» πνίγηκε στο αίμα όταν χθες το πρωί δόθηκε στο διαδίκτυο ανατριχιαστικό βίντεο, στο οποίο εικονίζεται κατασφαγμένος ο οδηγός του Συρο-Ιακωβίτη μητροπολίτη Χαλεπίου, ενώ άγνωστος κρατά την ταυτότητα με τη φωτογραφία του, πιστοποιώντας, σχεδόν πανηγυρίζοντας τη μακάβρια αποκάλυψη.
 Το σώμα του δολοφονημένου έχει υποστεί κακοποίηση, ενώ το πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο. Φερόμενος ως νεκρός είναι ο Fathalla Robben Kabbout ή Fautuh, διάκονος και πατέρας τριών παιδιών.
 Ο βοηθός του αγνοούμενου Συρορθόδοξου ιερωμένου από την πρώτη στιγμή θεωρήθηκε σκοτωμένος, αφού μαρτυρίες παρουσίαζαν βέβαιη την εκτέλεσή του με μια σφαίρα στο κεφάλι κατά την αποχώρηση των ισλαμοφασιτών Τσετσένων (Τσετσένοι τζιχαντιστές), όπως αρχικά είχε ειπωθεί. Η κηδεία του άτυχου εκκλησιαστικού «υπασπιστή» έγινε στο Χαλέπι, ιστορικό κέντρο του συριακού βορρά, μέσα σε κλίμα θρήνου από τα μέλη της οικογένειάς του. Πάντως, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδος Δημήτρη Αβραμόπουλου στην αιματηρή ιστορία απαγωγής υπάρχει και δεύτερος νεκρός, αφού ο κ. Αβραμόπουλος, μιλώντας στη Βουλή, ανέφερε επιλέξει: «Εχουν χαθεί δύο ζωές και κάνουμε τα πάντα για να υπάρξει αίσια έκβαση».

ΣΕΒ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ: ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ ΤΗΣ «ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ» !


Διακονῶν τόν λαό τοῦ Θεοῦ εἶμαι ὑποχρεωμένος νά τόν προστατεύω ἀπό τήν παραχάραξη τῆς ἀλήθειας καί ἀπό τήν κίβδηλη πραγματικότητα. Αὐτό εἶναι τό χρέος κάθε Ὀρθοδόξου Ἱεράρχη. Γι’ αὐτό τό λόγο ὀφείλω νά ἀπαντήσω στίς συκοφαντίες πού ἐκτοξεύθησαν ἀπό τόν Γεν. Γραμματέα τοῦ κόμματος Λαϊκός Συναγερμός «Χρυσή Αὐγή» κ. Νίκο Μιχαλολιάκο στόν τηλεοπτικό σταθμό Kontra  καί ἀπό τόν Βουλευτή Ἐπικρατείας κ. Χρῆστο Παππᾶ στό ἱστολόγιό του, ὅτι δῆθεν ἐνεργῶ ὡς ἐντολοδόχος διεθνιστικῶν Σιωνιστικῶν κέντρων ἐπειδή διαμαρτυρήθηκα γιατί μέ πασίδηλες καί ὁμολογημένες ἐνέργειες καί δηλώσεις βουλευτῶν τους, τίς ὁποῖες πλήρως καλύπτουν οἱ ἀνωτέρω, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ πολιτικός τους χῶρος ἀγωνίζεται γιά τήν ἐπιβολή τοῦ νεοπαγανισμοῦ τῆς Νέας Ἐποχῆς καί ὅτι ἐμφορεῖται ἀπό τίς ἰδεοληψίες τῶν σατανιστῶν ἀποκρυφιστῶν ὅπως ὁ Ἑωσφοριστής Ἄλιστερ Κρόουλι, ὁ Οὐίλιαμ Γιέιτς, ὁ Ἐντουαρτν Λῦτον, ὁ Ἄρθρουρ Μάχεν, ὁ Σάξ Ρόμερ, ὁ Ἄλτζερνον Μπλάκγουντ, ὁ Τσάρλς Οὐίλιαμς, ὁ Ὄστιν Σπέαρ, ὁ Οὐίλιαμ Χόρτον, ὁ Ἴσραελ Ριγκάρντι, ὁ Ζεράρ Ἀνκώς, κἄ.

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Το όραμα τού Χερουβικού άρματος τού προφήτη Ιεζεκιήλ

Ερμηνεία τού οράματος στο 1ο κεφάλαιο τού προφήτη Ιεζεκιήλ
Τού αγίου Νικολάου Καβάσιλα*


Ο μακαριστός π. Δανιήλ Γούβαλης, μας παρουσιάζει στο εξαιρετικό βιβλίο του ένα από τα (πολλά) ερμηνευτικά επίπεδα τής προφητείας τού Ιεζεκιήλ, που βρίσκουμε στο 1ο κεφάλαιο τού βιβλίου του. Το παρόν επίπεδο ερμηνείας, αναλυμένο από τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, σχετίζεται με το Χριστιανικό Ευαγγέλιο, τους λειτουργούς, την προέλευσή του, και το περιεχόμενό του.

Εξήγησις στην όραση του προφήτου Ιεζεκιήλ, κατά την οποία πάνω στα τέσσερα ζώα υπήρχε ένα ομοίωμα θρόνου και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε ένα ομοίωμα σαν είδος ανθρώπου.

Κάθε προφητεία και θεωρία και όρασις αποτελούσαν εικόνες του ερχομού του Σωτήρος στην γη. Και ολόκληρη η παλαιά Γραφή προς αυτό έχει την αναφορά της, σαν στο τέλος της. Άλλωστε και ολόκληρη η Γραφή λέγεται ότι παραλήφθηκε για την σωτηρία των ανθρώπων. Και σωτηρία των ανθρώπων αποτελεί μόνο ο Χριστός, διότι «η σωτηρία εκ των Ιουδαίων προέρχεται» (Ιωάν. 4, 22) όπως είπε ο Κύριος, ονομάζοντας τον εαυτό του σωτηρία.

Όλους αυτός μας έσωσε. Τους παλαιούς με τις προτυπώσεις και εικόνες της παρουσίας του, και τους νεότερους όντας ο ίδιος παρών και καθαρίζοντας. «Δεν μας έσωσε άγγελος ούτε άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος» (Ης. 63, 9), είπε κάποιος από εκείνους που έζησαν στον παλαιό Νόμο. Και ο Συμεών όταν είδε τον Κύριο είπε: «Είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου (= την σωτηρία σου)» (Λουκ. 2, 30). Και γενικά πολλές φορές στην Γραφή ο Χριστός ονομάζεται σωτήριον και σωτηρία.

Επίσης ο Κύριος λέγει, «σεις ερευνάτε τις Γραφές, διότι νομίζετε ότι μ’ αυτές θα έχετε αιώνια ζωή» (Ιωάν. 5, 39). Αιώνια ζωή ονομάζει την δική του επίγνωση. «Διότι αύτη είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν σένα τον μόνο αληθινό Θεό και εκείνον που απέστειλες, τον Ιησού Χριστό» (Ιωάν. 7, 3) λέγει ο Κύριος στον Πατέρα του.

Ώστε από αυτά γίνεται φανερό, ότι κάθε τμήμα της Γραφής εγράφθηκε για την παρουσία του Σωτήρος. Από το ένα μέρος έχουμε τις προφητείες, οι οποίες προέλεγαν μόνο γι' αυτόν, πράγμα που και ο Κύριος το δήλωσε, λέγοντας· «όλοι οι προφήτες επροφήτευσαν ως τον Ιωάννη» (Ματθ. 11,13), εμφανίζοντας έτσι τον εαυτό του ως υπόθεση των προφητών. Από το άλλο μέρος, έχουμε τον Νόμο, τις Ιστορίες και τις παραινέσεις που και επαίδευαν ηθικά τους ανθρώπους καθιστώντας τους άξιους να υποδεχθούν τον Σωτήρα, και έδειχναν μυστικά κάποιες εικόνες από τον ερχομό Εκείνου στην γη.

Έχουμε ακόμη και τα οράματα των προφητών που ζωγράφισαν πιο τέλεια την ενανθρώπηση του Θεού και την επιστροφή των ανθρώπων με την πίστη προς αυτόν. Από αυτά δεν υπολείπεται καθόλου το όραμα του Ιεζεκιήλ, που έδειξε τον Σωτήρα να έρχεται στους ανθρώπους, καθώς και τον δρόμο που έκαναν οι Απόστολοι για το Ευαγγέλιο και την δύναμη του κηρύγματος. Εννοώ το δράμα που είδε, κατά τον χρόνο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ, στον ποταμό Χοβάρ. Σ' αυτό μυήθηκε σχεδόν σ' όλα τα σχετικά με τον Σωτήρα, όπως θα φανεί καθώς θα εξετάζουμε ένα - ένα αυτά που είδε.


1,2. «Συνέβη κατά το τριακοστό έτος μου, την πέμπτη ημέρα του τετάρτου μήνα, ενώ ήμουνα ανάμεσα στους αιχμαλώτους στον ποταμό Χοβάρ, ν' ανοιχθούν οι ουρανοί˙ και αντίκρισα όραση Θεού, κατά την πέμπτη ημέρα του μήνα. Αυτό το έτος είναι το πέμπτο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ» (στ. 1).

1,2 Και εγένετο εν τω τριακοστω έτει, εν τω τετάρτω μηνί πέμπτη του μηνός και εγώ ήμην εν μέσω της αιχμαλωσίας επί του ποταμού του Χοβάρ, και ηνοίχθησαν οι ουρανοί, και είδον οράσεις Θεού 2 πέμπτη του μηνός (τούτο το έτος το πέμπτον της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ) (Ο΄).

1,2 Εν τω τριακοστώ έτει, τω τετάρτω μηνί, τη πέμπτη του μηνός, ενώ ήμην μεταξύ των αιχμαλώτων παρά τον ποταμόν Χεβάρ, ηνοίχθησαν οι ουρανοί και είδον οράματα του Θεού· 2 τη πέμπτη του μηνός του έτους τούτου, του πέμπτου της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωαχείν, (Μασοριτικό – Βάμβας).

Όλο αυτό το όραμα δίδαξε στον προφήτη την οικονομία («Οικονομία» εδώ σημαίνει την σάρκωση του Υιού του Θεού και όλο το επί γης κοσμοσωτήριο έργο του) του Σωτήρος.

Το ότι είδε το δράμα «εν μέσω της αιχμαλωσίας», «ανάμεσα στους αιχμαλώτους», τον δίδαξε ότι ο ερχόμενος Σωτήρ επεδήμησε για να απαλλάξει τους ανθρώπους από την αιχμαλωσία, και όπως το είπε ο προφήτης «για να κηρύξει στους αιχμαλώτους την άφεση» (Ησ. 61, 1). Αλλά και ο χρόνος της αιχμαλωσίας, κατά τον οποίο αντίκρισε αυτά ο προφήτης κρύβει μία εικόνα των καιρών κατά τους οποίους ήρθε ο Σωτήρ στους ανθρώπους που ήταν ακόμη δούλοι της αμαρτίας. Ο χρόνος «ήταν το πέμπτο έτος». Και ο Κύριος, τους ανθρώπους που ήδη επί πέντε χιλιάδες και πεντακόσια πέντε έτη περιπλανιόνταν μακριά από την πατρίδα (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο.) και ήταν σκλαβωμένοι στην κακία, τους επισκέφθηκε στην γη, τους ελευθέρωσε και τους έδωσε την αρχαία πόλη (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο).

Η αιχμαλωσία των Εβραίων εικονίζει την πνευματική αιχμαλωσία όλων των ανθρώπων, και ο χρόνος της μιας τον χρόνο της άλλης. Εκείνο δε που είδε ο προφήτης στο δράμα εικονίζει τον Σωτήρα και όλη του την πρόνοια για τους ανθρώπους.

«Στον ποταμό». Ο ποταμός σημαίνει το ότι με το νερό (Δηλαδή με το νερό του βαπτίσματος) βρήκαμε την ελευθερία.

«Συνέβη ν' ανοιχθούν οι ουρανοί». Αυτό σημαίνει ότι όσοι είναι στον ουρανό θα επικοινωνήσουν με τους ανθρώπους, και οι άνθρωποι θα κληρονομήσουν την άνω Ιερουσαλήμ. Διότι ο ερχόμενος Σωτήρ θα εγκαινίαση αυτοπροσώπως τους δρόμους- και αυτούς που από τους αγγέλους κατεβάζουν στους ανθρώπους και αυτούς που από μας ανε­βάζουν σ' εκείνους. Αυτό έγινε καθώς κατέβηκε τον ένα δρόμο με την ενσάρκωσή του, και καθώς τον ανέβηκε πάλι ένδοξα μαζί με την σάρκα που προσέλαβε. Γι' αυτό ανοίχθηκαν οι ουρανοί στον προφήτη για να εικονίζουν τον ερχομό του Σωτήρος στην γη. «Διότι ο Κύριος θα κα­τάργηση το μεσότοιχο» (Εφ. 2, 14) και δεν θα υπάρχει κανένας τοίχος ανάμεσα στον Θεό και σε μας.


2-4: «Και μίλησε ο Κύριος προς τον Ιεζεκιήλ, τον γιο του Βουζεί τον Ιερέα, στην χώρα των Χαλδαίων, στον ποταμό Χοβάρ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου, και είδα» (στ. 2).

2-4: και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιεζεκιήλ υιόν Βουζεί, τον ιερέα, εν γη Χαλδαίων επί του ποταμού του Χοβάρ· 3 και εγένετο επ' εμέ χειρ Κυρίου, 4 και είδον (Ο΄)

2-4: έγεινε ρητώς λόγος Κυρίου προς τον Ιεζεκιήλ υιόν του Βουζεί τον ιερέα, εν τη γη των Χαλδαίων παρά τον ποταμόν Χεβάρ, και εκεί εστάθη η χειρ του Κυρίου επ' αυτόν. 4 Και είδον (Μασοριτικό – Βάμβας).

Ο ίδιος ο Κύριος έδειξε τον εαυτό του στον προφήτη σύμφωνα με την υπόσχεση που έδωσε σ' όσους τον αγαπούν. Διότι αφού είπε, «εκείνος που με αγαπά θ' αγαπηθεί από τον πατέρα μου, και εγώ θα τον αγαπήσω», πρόσθεσε, «και θα εμφανίσω σ' αυτόν τον εαυτό μου» (Ιωάν. 14, 21). Γι' αυτό, λέει, «εγένετο λόγος Κυρίου», «μίλησε ο Κύριος προς τον Ιεζεκιήλ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου». Αυτά φανέρωναν τον Σωτήρα, ο οποίος είναι και ο Λόγος του Πατρός και δύναμις. Διότι μ' αυτόν δημιούργησε τα πάντα. Και γι' αυτό ο Σωτήρ ονομάζεται «χέρι του Κυρίου» και «βραχίονας» και «δεξιό χέρι» κττ.



4: «...Και ξαφνικά, ένα πνεύμα, δηλ. ένας ανεμοστρόβιλος, ερχόταν από τον βορρά και μέσα σ' αυτόν σύννεφο μεγάλο και λάμψις γύρω του και φωτιά που έβγαζε αστραπές. Στην μέση του ανεμοστρόβιλου υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο! (Το ήλεκτρο είναι μείγμα χρυσού και αργύρου, τέσσερα μέρη χρυσού και ένα αργύρου. Κατά τον Σουΐδα το ήλεκτρο είναι «άλλος τύπος χρυσού αναμειγμένου με γυαλί και λιθεία». Κατά την εγκυκλοπαίδεια της Υδρίας είναι «χρυσός με αργυροειδείς ραβδώσεις». Και «έχει χρώμα χλωμό κίτρινο έως κιτρινόλευκο».) που ήταν στην μέση της φωτιάς και φεγγοβολούσε» (στ. 4).

4: και ιδού πνεύμα εξαίρον ήρχετο από βορρά, και νεφέλη μεγάλη εν αυτώ, και φέγγος κύκλω αυτού και πυρ εξαστράπτον, και εν τω μέσω αυτού ως όρασις ηλέκτρου (Ο΄).

4: και ιδού πνεύμα εξαίρον ήρχετο από βορρά, και νεφέλη μεγάλη εν αυτώ, και φέγγος κύκλω αυτού και πυρ εξαστράπτον, και εν τω μέσω αυτού ως όρασις ηλέκτρου (Μασοριτικό – Βάμβας).

«Ένα πνεύμα, δηλαδή ένας ανεμοστρόβιλος, ερχόταν», ο οποίος κινούσε αυτό που φαινόταν στο όραμα. Τούτο αντιστοιχεί μ' εκείνο που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο- «εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχεται από το Άγιον Πνεύμα» (Ματθ. 1, 20).

«Από τον βορρά». Αυτό αναφέρεται στον Υιό του Θεού, που βρίσκεται στα δεξιά του Πατρός, αφού ο Πατήρ ονομάζεται «ανατολή» (Ψαλμ. 67, 33). Ο Θεός Πατήρ νοείται ότι βρίσκεται στην ανατολή και βλέπει προς την δύσι εποπτεύοντας τα ταπεινά. Κατά συνέπεια το βόρειο μέρος νοείται στα δεξιά.

«Και σύννεφο γύρω του». Το σύννεφο υποδηλώνει το Άγιο Πνεύμα. Σε πολλά μέρη της Γραφής το Άγιο Πνεύμα δηλώνεται με νεφέλη. Αυτό δημιούργησε το άγιο εκείνο σώμα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου. Αυτό ήταν μαζί με τον Σωτήρα αφανώς μέχρι την ημέρα της δημοσίας εμφανίσεώς του, και φανερότερα αργότερα, τότε που τον εδόξαζε επιτελώντας έργα που μόνο σε Θεό ταιριάζουν. Και γι' αυτό φαινόταν άλλοτε μεν σαν πνεύμα και άλλοτε σαν σύννεφο γύρω από το εμφανισθέν στο δράμα. Και το σύννεφο ήταν «μεγάλο». Το μέγεθος της νεφέλης υποδηλώνει την θεότητα, την οποία όμοια φανερώνει και η λάμψις και η φωτιά που βγάζει αστραπές.

«Στην μέση αυτής της φωτιάς, που υπήρχε γύρω από το σύννεφο υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο». Το ήλεκτρο εικονίζει το σώμα του Σωτήρος που είναι όλο λάμψη και καθαρότητα και αντάξιο του μονογενούς Υιού. Το φεγγοβόλημα του ήλεκτρου εικονίζει την θεότητα την κρυμμένη στην ανθρώπινη φύση.


5-7: «Και στην μέση της νεφέλης υπήρχε ομοίωμα τεσσάρων ζώων. Όλα έμοιαζαν με άνθρωπο (κατά το σώμα). Το καθένα είχε τέσσερα πρόσωπα και το καθένα είχε τέσσερα φτερά. Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια, και τα πόδια τους ήταν φτερωτά και σπινθηροβολούσαν σαν αστραφτερός χαλκός» (στ. 5-7).

5-7: 5 και εν τω μέσω ως ομοίωμα τεσσάρων ζώων, και αύτη η όρασις αυτών· ομοίωμα ανθρώπου επ ‘ αυτοίς, 6 και τέσσαρα πρόσωπα τω ενί, και τέσσαρες πτέρυγες τω ενί. 7 και τα σκέλη αυτών ορθά, και πτερωτοί οι πόδες αυτών, και σπινθήρες ως εξαστράπτων χαλκός, και ελαφραί αι πτέρυγες αυτών. (Ο΄).

5-7: 5 Και εκ μέσου αυτού εφαίνετο τεσσάρων ζώων ομοίωμα. Και η θέα αυτών ήτο αύτη· είχον ομοίωμα ανθρώπου. 6 Και έκαστον είχε τέσσαρα πρόσωπα και έκαστον αυτών είχε τέσσαρας πτέρυγας. 7 Και οι πόδες αυτών ήσαν πόδες ορθοί, και το ίχνος του ποδός αυτών όμοιον με ίχνος ποδός μόσχου· και εσπινθηροβόλουν ως όψις χαλκού στίλβοντος. (Μασοριτικό – Βάμβας).

Αυτό που υπήρχε στην μέση της νεφέλης, το ομοίωμα των τεσσάρων ζώων, εικονίζει τους κήρυκες του Ευαγγελίου οι οποίοι «έφεραν κι εβάσταζαν το όνομα του Σωτήρος ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Είπαμε «έφεραν κι εβάσταζαν», διότι πάνω σ' αυτά είδε ο προφήτης ότι καθόταν ο Κύριος. Ο αριθμός «τέσσερα» σημαίνει ότι με το κήρυγμα περιόδευσαν όλη την οικουμένη. Το ότι φαίνονταν «στην μέση της νεφέλης» σημαίνει ότι οδηγούνταν από το Πνεύμα του Θεού. Τα «φτερά» δηλώνουν το πνεύμα της σοφίας που έκανε γρήγορο σ' αυτούς τον δρόμο του Ευαγγελίου. Το γεγονός ότι τα φτερά ήταν «τέσσερα» δηλώνει ότι «σ' ολόκληρη την γη διαδόθηκε ο φθόγγος τους και στις άκρες της οικουμένης τα λόγια τους» (Ψαλμ. 18, 5). Για το ότι ήταν «τέσσερα» αυτά που μιλούσαν για τον Σωτήρα, πράγμα που δηλωνόταν με τα πρόσωπα των ζώων, θα μιλήσουμε ευθύς αμέσως.

«Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια». Μ' αυτό δηλώνεται ότι οι διδασκαλίες τους ήταν ίσιες και αληθινές. Επίσης σημαίνεται ότι δεν κάμφθηκαν και δεν υποβαθμίσθηκαν στον ζήλο του κηρύγματος, παρ' όλο που τους βρήκαν πολλές δυσχέρειες. Επίσης δηλώνεται ότι το ήθος τους ήταν ανώτερο κι ελεύθερο. Δεν εργάσθηκαν από φόβο ούτε προσκύνησαν τους άρχοντες της γης, οι οποίοι «μπορούν μόνο να φονεύσουν το σώμα, ενώ την ψυχή δεν μπορούν να την βλάψουν» (Ματθ. 10, 28).

«Και τα πόδια τους ήταν φτερωτά». Αυτό θέλει να πει ότι σε σύντομο χρόνο περιόδευσαν ολόκληρη την οικουμένη. Και θέλει να πει ακόμη, πως λίγο λογάριαζαν την ανάγκη γήινης βοήθειας, στον δρόμο του κηρύγματος, αφού τα φτερά της θείας Χάριτος τους ξαλάφρωναν, και μόνα αυτά τους ήταν αρκετά για τον δρόμο τους.

«Και σπινθηροβολούσαν όχι σαν φως ή σαν φωτιά, αλλά «σαν αστραφτερός χαλκός». Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν αυτά το φως, όπως το λέει και η Γραφή, αλλά ήταν μόνο οι κήρυκες του φωτός (πρβλ. Ιωάν. 1, 8).


8-9: «Και τα φτερά τους ήταν ελαφρά. Και κάτω από τα φτερά τους υπήρχαν χέρια ανθρώπινα στα τέσσερα μέρη τους. Και τα πρόσωπά τους που ήταν το ένα δίπλα στο άλλο και τα φτερά τους που ακουμπούσε το ένα πάνω στο άλλο δεν έκαναν στροφή όταν προχωρούσαν, διότι το κα­θένα προχωρούσε με την βοήθεια του προσώπου που αν­τιστοιχούσε στην νέα κατεύθυνση της πορείας» (στ. 7-9).

8-9: και χειρ ανθρώπου υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών επί τα τέσσαρα μέρη αυτών· και τα πρόσωπα αυτών των τεσσάρων 9 ουκ επεστρέφοντο εν τω βαδίζειν αυτά, έκαστον απέναντι του προσώπου αυτών επορεύοντο. (Ο΄)

8-9: Και είχον χείρας ανθρώπου υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών, εις τα τέσσαρα αυτών μέρη· και τα τέσσαρα είχον τα πρόσωπα αυτών και τας πτέρυγας αυτών. 9 Αι πτέρυγες αυτών συνείχοντο η μία μετά της άλλης· δεν εστρέφοντο ενώ εβάδιζον· κατέναντι του προσώπου αυτών επορεύοντο έκαστον. (Μασοριτικό – Βάμβας).

«Τα φτερά των ζώων ήταν ελαφρά». Αυτό θέλει να δείξει: Πρώτον, ότι το κήρυγμα προχωρούσε άνετα και γρήγορα. Δεύτερον, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου δεν είχε τίποτε το γήινο, τίποτε που να κοιτάζει προς τα κάτω. Και τρίτον, ότι οι μακάριοι Απόστολοι καθορίζοντας τις ηθικές υποχρεώσεις των ανθρώπων δεν επρόβαλλαν κάτι το σκληρό και βαρύ, διότι όπως λέει ο Κύριος, «οι εντολές μου δεν είναι βαρείες και ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίο μου ελαφρό» (Ματθ. 11, 30).

Τα ανθρώπινα χέρια κάτω από τα φτερά των ζώων υποδηλώνουν ότι η ανθρώπινη δύναμις δεν συμβάλλει καθόλου στο να διανυθεί ο δρόμος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ότι καλύπτεται από την θεϊκή δύναμη. Γι' αυτό οι Απόστολοι με την σοφία του Αγίου Πνεύματος που είχαν και με τα υπερφυσικά έργα που επιτελούσαν, δεν έδειχναν για άνθρωποι. Έτσι λοιπόν οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο Παύλος και ο Βαρνάβας ήταν θεοί (Πράξ. 14, 11). Αλλά και τους άλλους Αποστόλους τους πρόσεχαν σαν να ήταν κάτι περισσότερο από άνθρωποι.

«Και τα φτερά τους ακουμπούσαν το ένα στο άλλο και ενώνονταν». Με αυτό υποδηλωνόταν:

Πρώτον, ότι τα λόγια γύρω από την ένσαρκη οικονομία του Χριστού συνενώνονται και αναφέρονται στο ένα πρόσωπο του Κυρίου Ιησού και όχι σε δύο, όπως ενόμισε ο Νεστόριος (Ενώ η Ορθόδοξος διδασκαλία δέχεται ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις η θεϊκή και η ανθρώπινη, και ότι οι δύο αυτές φύσεις ενώνονται στο ένα πρόσωπο του Θεού - Λόγου, δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο Νεστόριος, ο οποίος στις αρχές του Ε' μ.Χ. αιώνος ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, δίδασκε διαφορετικά: δύο φύσεις και δύο πρόσωπα. Την μητέρα του Χριστού δεν την δεχόταν σαν Θεοτόκο. Η αίρεσίς του καταδικάσθηκε από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο που συ­νήλθε στην Έφεσο το 431 μ.Χ.).

Δεύτερον, ότι οι Απόστολοι κήρυτταν στους ανθρώπους την ειρήνη και σ' αυτήν τους παιδαγωγούσαν. Από το ένα μέρος εκήρυτταν ότι ο Θεός συμφιλιώθηκε με τους ανθρώπους. «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεόν», λέει ο Απόστολος, «με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5, 10). Και από το άλλο μέρος παιδαγωγούσαν τους ανθρώπους στην ειρήνευσι με τον εαυτό τους και με τους άλλους. «Επιδιώκετε ειρήνη», λέει ο Απόστολος, «και τον αγιασμό, διότι χωρίς αυτόν κανείς δεν θα δη τον Κύριο» (Εβρ. 12, 14). Αυτά βέβαια φέρουν την διπλή ειρήνη, αυτήν που εγκαθίσταται μέσα μας και αυτήν που έχουμε στην σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους. Έτσι βέβαια διέταξε ο Σωτήρ. «Να ειρηνεύετε μέσα σας και να έχετε αγάπη μεταξύ σας» (Πρβλ. Μαρκ. 9, 50). Επίσης λέγοντας ο Απόστολος, «επιδιώκετε ειρήνη», μας διδάσκει για την ειρήνη μεταξύ μας· «και τον αγιασμόν», για την ειρήνη με τον εαυτό μας. Ο αγιασμός θέλει να δείξει καθαρό και εγκρατή και άγιο βίο, ενώ η ειρήνη της ψυχής δηλώνει ότι τα κατώτερα που έχουμε μέσα μας δεν επαναστατούν στα ανώτερα.

Τρίτον, ότι οι Απόστολοι είχαν «μία καρδιά και μία ψυχή», όπως ακριβώς και όλοι οι πιστοί, καθώς είναι γραμμένο στις Πράξεις (4, 32).

Και τέταρτον, ότι αυτό που κηρύττεται είναι ένα και απλούν, εφ' όσον αυτό είναι ο Θεός.

«Και όταν προχωρούσαν δεν έκαναν στροφές, δεν επέστρεφαν», διότι (οι Απόστολοι) δεν άφηναν εκτεθειμένα τα νώτα στους εχθρούς και διότι δεν τους νίκησε η κακία, ώστε να τους κάνη να στραφούν προς τα πίσω, αλλά «το καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνση απέναντι του προσώπου του» (στ. 9).


10 – 12: «Να, οι μορφές των ομοιωμάτων των προσώπων τους. Ήταν και στα τέσσερα πρόσωπο ανθρώπου και δεξιά του πρόσωπο λιονταριού και στα τέσσερα· αριστερά του πρόσωπο μόσχου και στα τέσσερα˙ και κατόπιν πρόσωπο αετού και στα τέσσερα (στ. 10). Τα πρόσωπα τους και τα φτερά τους ήταν και στα τέσσερα υψωμένα και απλωμένα προς τα πάνω. Στο καθένα δύο φτερά ακουμπούσαν στις άκρες των φτερών των άλλων και ενώνονταν, και τα άλλα δύο φτερά συμμαζεμένα σκέπαζαν το σώμα τους (στ. 11). Και καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνση απέναντι του προσώπου του. Εκεί που κατευθυνόταν ο ισχυρός άνεμος, πορεύονταν κι αυτά, χωρίς να στρέφουν τις κεφαλές τους» (στ. 12).

10 – 12: και ομοίωσις των προσώπων αυτών πρόσωπον ανθρώπου και πρόσωπον λέοντος εκ δεξιών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον μόσχου εξ αριστερών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον αετού τοις τέσσαρσι. 11 και αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι άνωθεν τοις τέσσαρσιν, εκατέρω δύο συνεζευγμέναι προς αλλήλας, και δύο επεκάλυπτον επάνω του σώματος αυτών. 12 και εκάτερον κατά πρόσωπον αυτού επορεύετο· ου αν ην το πνεύμα πορευόμενον, επορεύοντο και ουκ επέστρεφον. (Ο΄)

10 – 12: και ομοίωσις των προσώπων αυτών· πρόσωπον ανθρώπου και πρόσωπον λέοντος εκ δεξιών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον μόσχου εξ αριστερών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον αετού τοις τέσσαρσι. 11 και αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι άνωθεν τοις τέσσαρσιν, εκατέρω δύο συνεζευγμέναι προς αλλήλας, και δύο επεκάλυπτον επάνω του σώματος αυτών. 12 και εκάτερον κατά πρόσωπον αυτού επορεύετο· ου αν ην το πνεύμα πορευόμενον, επορεύοντο και ουκ επέστρεφον. (Μασοριτικό – Βάμβας).

Τα πρόσωπα των ζώων έχουν να μας παρουσιάσουν αλληγορικά, λόγια και νοήματα για τον Χριστό. Με την κεφαλή συμβολίζεται ο νους, ο οποίος ονομάζεται ηγεμών, αφού η Γραφή την κεφαλή την χαρακτηρίζει σαν αρχηγό και ηγεμόνα: «θα αφαιρέσω από την Ιερουσαλήμ κεφαλή και ουρά» (Ης. 9, 14), δηλαδή αρχηγό και υπήκοο. Συμβολίζει επίσης η κεφαλή τον νου, επειδή μ' αυτήν ενεργεί ο νους. Συνηθίζει βέβαια πολλές φορές η Γραφή, από τα όργανα, να ονομάζει εκείνο που ενεργεί μ' αυτά. Παράδειγμα ο Δαβίδ, ο οποίος το συναισθηματικό μέρος της ψυχής και το επιθυμητικό τα ονομάζει καρδιά και νεφρά -«ο Θεός που έρευνα την καρδιά και τα νεφρά» (Ψαλμ. 7, 10).

Με το πρόσωπο συμβολίζεται το φανέρωμα του νου, δηλαδή ο λόγος που προφέρεται και φανερώνει τις κρυπτόμενες σκέψεις, αφού βέβαια ο λόγος αποτελεί εξεικόνισμα της σκέψεως, καθόσον την τυπώνει κατά κάποιο τρόπο με την ομιλία και της δίνει φόρμα και σχήμα. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι τα πρόσωπα των ζώων συμβολίζουν τους λόγους που είπαν οι Απόστολοι για τον Χριστό. Έλεγαν βέβαια γι' αυτόν όσα γνώριζαν και γνώριζαν όσα έπρεπε.

Και έπρεπε να γνωρίζουν για τον Κύριο:

Πρώτον, ότι (δεν ήταν μόνο Θεός, αλλά) και άνθρωπος. Αυτό δη­λωνόταν στο όραμα, με το πρόσωπο του ανθρώπου.

Δεύτερον, ότι αυτός ήταν ο αναμενόμενος απόγονος του Δαβίδ που θα ερχόταν για να ελευθέρωση τους ανθρώπους, πράγμα που το δήλωνε το πρόσωπο του λιονταριού. Η Γραφή αναφέρει σχετικά: «Είσαι σκύμνος (Σκύμνος σημαίνει λιονταρόπουλο, νεαρό λιοντάρι. Το νεαρό λιοντάρι είναι γεμάτο ζωτικότητα και δύναμη. Έτσι συμβολίζεται εδώ στην προφητεία του γέροντος Πατριάρχου Ιακώβ ο Μεσσίας.) λιονταριού˙ από βλαστόν, υιε μου, ανεβλάστησες» (Λιοντάρι ο Δαβίδ και σκύμνος λιονταριού, ο Χριστός. Βλαστός ο Δαβίδ και αναβλάστημά του ο Χριστός. Πρβλ. και Ησαΐα, «και θα εξέλθει ραβδί από την ρίζα του Ιεσσαί, και άνθος από την ρίζα θ' αναβλαστήση» (11, 1). Ιεσσαί είναι ο πατέρας του Δαβίδ. Σύμφωνα με το Μασοριτικό κείμενο της Π. Διαθήκης το «από βλαστόν, υιέ μου αναβλάστησες» έχει διαφορετικά: «από το θήραμα, υιέ μου, ανέβηκες».) (Γεν. 49, 9).

Τρίτον, ότι ο Χριστός είναι βασιλεύς, και μάλιστα ανώτερος όλων των βασιλέων της γης. Αυτό συμβολιζόταν στο δράμα με το πρόσωπο του αετού. Επί πλέον με το πρόσωπο του αετού θα λέγαμε ότι υποδηλώνεται (ότι ο Χριστός όλα τα γνωρίζει και τα βλέπει). Επειδή ιδιαίτερα ο αετός έχει απ' όλα τα ζώα το οξύτερο βλέμμα, συμβολίζει επιτυχώς την ανώτερη από όλα Σοφία (Η «Σοφία» αποτελεί όνομα του Υιού του Θεού.) του Πατρός, την θεότητα του Σωτήρος. Άλλωστε και το όνομα «Θεός», όπως ισχυρίζονται οι θεολόγοι, προέρχονται από το «θεώμαι» (Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στο έργο του «Περί του μη είναι τρεις Θεούς, προς Αβλάβιον» σημειώνει: «Μία από τις ενέργειες του Θεού, είναι η εποπτική και ορατική, θα την λέγαμε θεατική. Μ' αυτήν παρατηρεί τα πάντα και εποπτεύει τα πάντα. Βλέπει τις σκέψεις και διεισδύει με την παρατηρητική του δύναμη στα αθέατα. Γι' αυτό έχουμε την γνώμη ότι ο Θεός ονομάσθηκε έτσι από την θέα... Αυτά που βλέπονται λέγονται θεατά, και αυτός που τα βλέπει λέγεται Θεός».).

Και τέταρτον, ότι ο Χριστός είναι Ιερεύς και ότι θυσιάσθηκε. Αυτός ο ίδιος πρόσφερε τον εαυτό του θυσία και καθάρισε με το δικό του αίμα τις αμαρτίες του κόσμου. Αυτά τα έδειχνε το πρόσωπο του μόσχου.

Με το νου τους βέβαια οι Απόστολοι εγνώριζαν ποιος ήταν ο Κύριος. Αυτό συμπεραίνεται και από τον λόγο που είπε ο μακάριος Παύλος- «εμείς έχουμε νου Χριστού» (Α' Κορ. 2, 16). Και η γλώσσα τους με τα λόγια έδινε σχήμα και μορφή στο περιεχόμενο του νου. Έτσι εμφάνιζε στους ανθρώπους ποια ιδέα είχαν αυτοί για τον Σωτήρα. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα πρόσωπα των ζώων δίδαξαν στον προφήτη τα λόγια που οι Απόστολοι είπαν για τον Σωτήρα.

Δύο φτερά σκέπαζαν τα σώματα των ζώων. Αυτά δήλωναν στον καθένα εκείνο που είπα και για (τα φτερά που ήταν πάνω από) τα χέρια, ότι δηλαδή οι Απόστολοι φαίνονταν ανώτεροι από την ανθρώπινη φύση, γιατί η θεϊκή δύναμις (που εικονίζεται με τα φτερά) απέκρυβε την ανθρώπινη αδυναμία (που εικονίζεται με τα σώματα των ζώων).

«Και πορεύονταν όπου πορευόταν το πνεύμα, (δηλ. ο άνεμος)» (στ. 12), διότι «οδηγούντο από το Πνεύμα του Θεού» (Δηλαδή: Τα τέσσερα ζώα δεν καθόριζαν αυτά την πορεία τους, αλλά το πνεύμα, ο άνεμος, για να συμβολίζεται έτσι ότι οι κήρυκες του Ευαγγελίου δεν ρυθμίζουν οι ίδιοι την Ιεραποστολική τους πορεία, αλλά το Άγιο Πνεύμα. Αυτό εμπνέει και οδηγεί τα βήματά τους.) (Ρωμ. 8, 14).


13,14: «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα, κάτι που έμοιαζε με φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν στην μέση των ζώων και φαινόταν φεγγοβόλημα φωτιάς και από την φωτιά ξεπετάγονταν κάποιες ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές» (στ. 13). «Και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ» (=σαν την αστραπή) (Ο στίχος αυτός απουσιάζει από το κείμενο των Ο'. Υπάρχει όμως σε άλλα, όπως στο Μασσωριτικό και στην Βουλγάτα.) (στ. 14).

13,14: και εν μέσω των ζώων όρασις ως ανθράκων πυρός καιομένων, ως όψις λαμπάδων συστρεφομένων αναμέσον των ζώων και φέγγος του πυρός, και εκ του πυρός εξεπορεύετο αστραπή. (Ο΄).

13,14: Περί δε του ομοιώματος των ζώων, η θέα αυτών ήτο ως καιόμενοι άνθρακες πυρός, ως θέα λαμπάδων· τούτο συνεστρέφετο μεταξύ των ζώων· και ήτο το πυρ λαμπρόν, και αστραπή εξήρχετο από του πυρός. 14 Και τα ζώα έτρεχον και επέστρεφον ως η θέα της αστραπής. (Μασοριτικό – Βάμβας).

(Εδώ συμβολίζεται) το έργο των Αποστόλων, το οποίο ήταν ν' ανάβουν την φωτιά εκείνη που ήρθε ο Κύριος ν' ανάψει στην γη. «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα». (Αυτή η φωτιά δεν τα έκαιε τα ζώα), γιατί δεν ήταν φωτιά που καταστρέφει και αφανίζει, αλλά που ζωοποιεί και φωτίζει. Φαίνονταν λοιπόν φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν με αστραφτερό φεγγοβόλημα φωτιάς- και από την φωτιά ξεπετάγονταν κάποιες ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές- και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ, που σημαίνει ταχύτατα σαν αστραπή. Μ' αυτό οπωσδήποτε δηλώνεται το έργο των Αποστόλων, ότι δηλαδή θα γυρίσουν όλη την γη για να κηρύξουν τον λόγο- και ότι αυτό θα γίνει με ταχύτητα˙ και ότι πουθενά δεν θα πτοηθούν από τους αντίθετους που αντιστέκονται (στον λόγο του Ευαγγελίου).


15-17: «Και κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη που βρισκόταν άμεσα συνδεδεμένος με τα τέσσερα ζώα (Είναι οι τροχοί του χερουβικού άρματος. Και με τους τροχούς αυτούς παριστάνονται άγγελοι). Η εμφάνισις και η κατασκευή των τροχών έμοιαζε με θαρσίς (Πρόκειται για πολύτιμο πετράδι, μάλλον για χρυσόλιθο. Η ονομασία οφείλεται στην Θαρσίς, αποικία των Φοινίκων στην Ισπανία, απ' όπου κουβαλούσαν στην Τύρο χρυσό, χρυσαφικά και ασημικά). Οι τέσσερις τροχοί ήταν όμοιοι. Φαίνονταν κατασκευασμένοι σταυρωτά, ο ένας δηλαδή μέσα στον άλλο. Και πορεύονταν στις τέσσερις διευθύνσεις, χωρίς να κάνουν στροφή, όταν άλλαζε η πορεία τους˙ ούτε η στεφάνη των τροχών έκανε στροφή» (στ. 15-18α).

15-17: και είδον και ιδού τροχός εις επί της γης εχόμενος των ζώων τοις τέσσαρσι· 16 και το είδος των τροχών ως είδος θαρσείς, και ομοίωμα εν τοις τέσσαρσι, και το έργον αυτών ην καθώς αν είη τροχός εν τροχω. 17 επί τα τέσσαρα μέρη αυτών επορεύοντο, ουκ επέστρεφον εν τω πορεύεσθαι αυτά. (Ο΄).

15-17: Και ως είδον τα ζώα, ιδού, τροχός εις επί την γην, πλησίον των ζώων εις τα τέσσαρα αυτών πρόσωπα. 16 Η θέα των τροχών και η εργασία αυτών ήσαν ως όψις βηρύλλου· και οι τέσσαρες είχον το αυτό ομοίωμα· και η θέα αυτών και η εργασία αυτών ήσαν ως εάν ήτο τροχός εν μέσω τροχού. 17 Ότε εβάδιζον, εκινούντο κατά τα τέσσαρα αυτών πλάγια· δεν εστρέφοντο ενώ εβάδιζον. (Μασοριτικό – Βάμβας).

Οι τροχοί που προστέθηκαν τώρα στο όραμα υποδηλώνουν την ευδρομία, (την καλή πορεία δηλαδή) του κηρύγματος. Επί πλέον συμβολίζουν τι μορφή είχαν τα λόγια των Αποστόλων, ότι άλλα δηλαδή από τα λόγια του κηρύγματος τους για τον Χριστό ήταν θεοπρεπή και άλλα ανθρώπινα. Αναφέρονταν σ' όλη την θεϊκή του και ανθρώπινη ενέργεια. Και σύμφωνα μ' αυτά τα λόγια έπαιρνε μορφή και σχήμα η κίνησις του κηρύγματος. Οι τροχοί έκαναν δύο κινήσεις, μια κυκλική (γύρω από τον εαυτό τους) και μία κατ' ευθείαν (όταν προχωρούσε και πετούσε το άρμα).

Η κατ' ευθείαν κίνησις δηλώνει την ανθρώπινη ενέργεια, η οποία αρχίζει με τον δικό της (ανθρώπινο) λόγο και τελειώνει μ' αυτόν. Η κυκλική δηλώνει την θεϊκή ενέργεια.

Ο κύκλος μάλιστα εικονίζει από πολλές πλευρές τον Θεό και τα θεϊκά πράγματα. Πρώτον, διότι είναι ένα σχήμα εντελώς ξεχωριστό από όλα τα άλλα σχήματα. Έπειτα από το ότι κλίνει και νεύει προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, όπως ακριβώς ο νους (Ο νους στον άνθρωπο είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Εικονίζει τον Θεό περισσότερο από κάθε άλλο. Οι Πατέρες ομιλούν για «κυκλική κίνηση του νου» που γίνεται στην αυτοσυγκέντρωση και στην νοερά προσευχή). Επίσης, διότι η κυλινδρική στεφάνη των τροχών εξ αίτιας του κυκλικού της σχήματος κινείται ταχύτατα, ακουμπώντας μόνο σε μία ευθεία. Όταν βέβαια η κίνησις γίνεται δια μιας και εκτός χρόνου, αυτό είναι ίδιον του Θεού. Όταν όμως γίνεται ταχύτατα, σε ελάχιστο χρόνο (όπως στην κυλινδρική στεφάνη των τροχών), αυτό είναι πράγμα που πλησιάζει αρκετά στον Θεό. Επίσης όταν η κίνησις γίνεται (πάνω από την γη και) πάνω από την ύλη, αυτό είναι εντελώς του Θεού. Όταν όμως γίνεται με το περισσότερο μέρος πάνω από την γη (όπως στον κύλινδρο των τροχών, αυτό πλησιάζει πάρα πολύ στα θεϊκά πράγματα.

«Και ομοίωμα εν τοις τέσσαρσι τροχοίς», δηλαδή ήταν όμοιοι μεταξύ τους και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε οι τέσσερις να χαρακτηρίζονται σαν ένας: «Κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη». (Εδώ εικονίζεται το έργο των Αποστόλων, στο οποίο) παντού συναντούμε μία και όμοια δραστηριότητα, συναντούμε ενότητα και σύνδεσμο που οφείλεται στην σύμπνοια, στην ειρήνη και στο ότι όλοι κηρύττουν τον Θεό. Τούτο το δήλωσε ο προφήτης και με τα επόμενα λόγια: «Και η όρασις των τροχών και η κατασκευή τους και το έργο τους», δηλαδή η κίνησίς τους, «ήταν σε σχήμα σταυρωτό, ο ένας δηλαδή τροχός μέσα στον άλλο» (στ. 16). Έτσι η κίνησις των τροχών ήταν μία, όπως συμβαίνει όταν οι τροχοί έχουν το ίδιο κέντρο -«ομόκεντροι»- και παίρνουν στροφή από ένα άξονα (Και οι Απόστολοι είχαν τον ίδιο άξονα και το ίδιο κέντρο κινήσεως, που ήταν ο Χριστός· και το Άγιο Πνεύμα, που τους έστειλε την Πεντηκοστή. Και η σταυρωτή εμφάνισις των τροχών υποδηλώνει το κεντρικό κήρυγμα περί «Χριστού Εσταυρωμένου»). Αυτό σημαίνει «ο ένας τροχός μέσα στον άλλο».

«Και πορεύονταν προς τις τέσσερις διευθύνσεις τους» (στ. 17), που σημαίνει ότι «το κήρυγμα (των Αποστόλων) έφθασε ως τα πέρατα της οικουμένης» (Ψαλμ. 18, 5).


18-20: «Και οι τροχοί ήταν υψηλοί. Κοίταξα και τους είδα. Και η κάθε στεφάνη στους τέσσερις τροχούς ήταν γύρω - γύρω γεμάτη μάτια. Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύονταν μαζί τους και οι τροχοί. Και καθώς πετούσαν προς τα πάνω τα ζώα, πετούσαν μαζί τους και οι τροχοί. Σε οποίο σημείο κατευθυνόταν η νεφέλη, προς τα εκεί ήταν η πορεία (του άρματος). Πορεύονταν τα ζώα και οι τροχοί ακολουθούσαν πετώντας μαζί τους, γιατί οι τροχοί ήταν ζωντανά πλάσματα. (Οι τροχοί εικόνιζαν αγγελικές δυνάμεις, τα «πολυόμματα» Χερουβείμ. Αρκετές φορές στην Γραφή οι άγγελοι εικονίζονται με ίππους και με άρματα)» (στ. 18-20).

18-20: ουδ’ οι νώτοι αυτών, και ύψος ην αυτοίς· και είδον αυτά, και οι νώτοι αυτών πλήρεις οφθαλμών κυκλόθεν τοις τέσσαρσι. 19 και εν τω πορεύεσθαι τα ζωα επορεύοντο οι τροχοί εχόμενοι αυτών, και εν τω εξαίρειν τα ζώα από της γης εξήροντο οι τροχοί. 20 ου αν ην η νεφέλη, εκεί το πνεύμα του πορεύεσθαι· επορεύοντο τα ζωα και οι τροχοί και εξήροντο συν αυτοίς, διότι πνεύμα ζωής εν τοις τροχοίς. (Ο΄).

18-20: Οι δε κύκλοι αυτών ήσαν τόσον υψηλοί, ώστε έκαμνον φόβον· και οι κύκλοι αυτών πλήρεις οφθαλμών κύκλω των τεσσάρων τούτων. 19 Και ότε τα ζώα επορεύοντο, επορεύοντο οι τροχοί πλησίον αυτών· και ότε τα ζώα υψόνοντο από της γης, υψόνοντο και οι τροχοί. 20 Όπου ήτο να υπάγη το πνεύμα, εκεί επορεύοντο, εκεί το πνεύμα ήτο να υπάγη· και οι τροχοί υψόνοντο απέναντι τούτων, διότι το πνεύμα των ζώων ήτο εν τοις τροχοίς. (Μασοριτικό – Βάμβας).

«Και οι τροχοί ήταν υψηλοί», (που σημαίνει άτι οι Απόστολοι ήταν υψηλοί), διότι αυτό που κήρυτταν είχε μέγεθος και ύψος, διότι κήρυτταν τον Ύψιστο.

«Ήταν και φοβεροί» (Η φράσις αυτή απουσιάζει από την μετάφραση των Ο'. Υπάρχει όμως στο Μασσωριτικό κείμενο και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 18) (που σημαίνει ότι οι Απόστολοι) μερικές φορές χρειάσθηκε να χρησιμοποιήσουν τιμωρίες και πληγές σε ανθρώπους πολύ αναίσθητους και αχάριστους, όπως λ.χ. στον Ανανία.

«Και η κυλινδρική στεφάνη τους ήταν γεμάτη μάτια» (που σημαίνει ότι οι Απόστολοι) εγνώριζαν και τα πράγματα του μέλλοντος και του παρελθόντος. (Η γνώσις αυτή των Αποστόλων αποτελεί χάρισμα του Αγίου Πνεύματος). Και ο (προφήτης) Ζαχαρίας τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος τα ονομάζει «μάτια του Κυρίου Σαβαώθ που εποπτεύουν όλη την γη» (4, 5).

Όλα όσα εμφανίσθηκαν στο όραμα, και τα ζώα και οι τροχοί ακολουθούσαν μία και την αυτή πορεία, και συμβόλιζαν έτσι την μια πορεία του «ευαγγελίου της ειρήνης» (Εφ. 6, 15). «Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύονταν μαζί τους και οι τροχοί. Όταν σταματούσαν εκείνα, σταματούσαν κι αυτοί. Και όταν εκείνα πετούσαν προς τα πάνω, πετούσαν μαζί τους κι αυτοί», διότι ένα ήταν αυτό που τους έδινε την κίνηση, το Άγιο Πνεύμα. Και τούτο δηλώθηκε με την φράση, «διότι στους τροχούς υπήρχε πνεύμα ζωής» (στ. 20).


21-23: «Πάνω από τις κεφαλές των ζώων υπήρχε κάτι πού έμοιαζε με στερέωμα ουρανού, και φαινόταν σαν φοβερό κρύσταλλο, απλωμένο πάνω από τα ανυψωμένα φτερά τους. Έτσι από κάτω από το ουράνιο αυτό στερέωμα απλώνονταν τα φτερά τους, το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ δύο φτερά στο καθένα ζώο ήταν συνεπτυγμένα και σκέπαζαν τα πρόσωπα τους (Η παραδεδεγμένη μετάφρασις είναι «σκέπαζον το σώμα τους» ή «σκέπαζαν τα σώματά τους». Στο όραμα των Σεραφίμ, του προφήτου Ησαΐα, γίνεται λόγος για σκέπασμα προσώπων (6, 2)). Και άκουα τον ήχο από τα φτερά τους, ενώ πετούσαν, σαν βροντερό ήχο καταρράκτου, σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ, δηλαδή του Ικανού» (Σύμφωνα με τις παλαιές μεταφράσεις - Β' μ.Χ. αι.- του Ακύλα και του Συμμάχου το «Σαδδαΐ» μεταφράζεται «Ικανός». Άλλοι όμως το μεταφράζουν «παντοδύναμος») (στ. 22-24).

21-23: εν τω πορεύεσθαι αυτά επορεύοντο, και εν τω εστάναι αυτά ειστήκεισαν και εν τω εξαίρειν αυτά από της γης εξήροντο συν αυτοίς, ότι πνεύμα ζωής ην εν τοις τροχοίς. 22 και ομοίωμα υπέρ κεφαλής αυτοίς των ζώων ωσεί στερέωμα ως όρασις κρυστάλλου εκτεταμένον επί των πτερύγων αυτών επάνωθεν· 23 και υποκάτωθεν του στερεώματος αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι, πτερυσσόμεναι ετέρα τη ετέρα, εκάστω δύο συνεζευγμέναι επικαλύπτουσαι τα σώματα αυτών. (Ο΄).

21-23: Ότε εκείνα επορεύοντο, επορεύοντο και ούτοι· και ότε εκείνα ίσταντο, ίσταντο και ούτοι· ότε δε εκείνα υψόνοντο από της γης, και οι τροχοί υψόνοντο απέναντι αυτών, διότι το πνεύμα των ζώων ήτο εν τοις τροχοίς. 22 Και το ομοίωμα του στερεώματος του επάνωθεν της κεφαλής των ζώων ήτο ως όψις φοβερού κρυστάλλου, εξηπλωμένου υπέρ τας κεφαλάς αυτών. 23 Υποκάτω δε του στερεώματος ήσαν εκτεταμέναι αι πτέρυγες αυτών, η μία προς την άλλην· δύο είχεν έκαστον, με τας οποίας εκάλυπτον τα σώματα αυτών. (Μασοριτικό – Βάμβας).

Το στερέωμα του ουρανού σημαίνει ότι αυτός που κάθεται πάνω του είναι Θεός, διότι «ο ουρανός του ουρανού ανήκει στον Κύριο, ενώ την γη την έδωσε στους ανθρώπους» (Ψαλμ. 113, 24).

Ο κρύσταλλος και το ζαφείρι (λίγο πιο κάτω (στ. 26) αναφέρει ο προφήτης ότι είδε «ομοίωμα θρόνου», ο οποίος φαινόταν φτιαγμένος από ζαφείρι) συμβολίζουν τον Χριστό. (Πολύτιμοι λίθοι, αυτά, αλλά και) ο Χριστός ονομάζεται από την Γραφή λίθος ακρογωνιαίος. Ο κρύσταλλος (σαν διαφανής) συμβολίζει την μία πλευρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι φανερός και γνώριμος στους ανθρώπους. Πλην όμως και ως προς αυτήν την πλευρά είναι φοβερός. Επειδή είναι προσιτός και κατανοητός, δεν σημαίνει ότι μπορεί να περιφρονείται.

Και το ζαφείρι (με το θαλασσί χρώμα του) συμβολίζει την άλλη πλευρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι βαθύς και μυστηριώδης και ακατανόητος στους ανθρώπους.

Τα πρόσωπα των ζώων, κατά το ένα μέρος φαίνονταν και κατά το άλλο καλύπτονταν από τα φτερά. Αυτό υποδηλώνει ότι ο Υιός του Θεού ήρθε κοντά μας και ότι ήταν άνθρωπος και πέθανε για μας και αναστήθηκε - η φανερή πλευρά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο έγιναν αυτά είναι εντελώς απόκρυφος και συγκαλυμμένος και ξεπερνάει την ικανότητα των ανθρώπων να τον γνωρίσουν. Γι' αυτό τα πρόσωπα των ζώων που συμβόλιζαν τα λόγια (των Αποστόλων) για τον Σωτήρα, και φαίνονταν και σκεπάζονταν από τα φτερά.

Και ο ήχος των φτερών στο πέταγμα «ως φωνή ύδατος πολλού». Σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής το Άγιον Πνεύμα ονομάζεται ύδωρ. Και χαρακτηρίζεται ως «πολύ», για να υποδηλωθεί η θεότητά του, χάρις στην οποία τα πάντα περιέχει και συγκρατεί˙ και είναι πάνω από κάθε ανάγκη, πράγμα που δηλώθηκε με τα επόμενα˙ «ως φωνήν Θεού Σαδδαΐ», δηλαδή σαν φωνή Θεού Ικανού. Αυτό το «Ικανός» ισοδυναμεί με το «πολύς» και «χωρίς ανάγκες».


24: «Και καθώς πορεύονταν τα ζώα ακουόταν ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου· και όταν σταματούσαν, έπαυε ο ήχος των φτερών» (Η φράσις «ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου» απουσιάζει από την μετάφραση των Ο', όπως επίσης και η φράσις «σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ». Υπάρχει όμως στο Μασσωριτικό και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 24).

24: και ήκουον την φωνήν των πτερύγων αυτών εν τω πορεύεσθαι αυτά ως φωνήν ύδατος πολλού· και εν τω εστάναι αυτά κατέπαυον αι πτέρυγες αυτών. (Ο΄).

24: και ήκουον την φωνήν των πτερύγων αυτών εν τω πορεύεσθαι αυτά ως φωνήν ύδατος πολλού· και εν τω εστάναι αυτά κατέπαυον αι πτέρυγες αυτών. (Μασοριτικό – Βάμβας).

«Και ξαφνικά ακούσθηκε φωνή πάνω από το στερέωμα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κεφαλές τους» (στ. 25). «Όταν σταματούσαν τα ζώα, συμμαζεύονταν τα φτερά τους» (στ. 24). «Και πάνω από το στερέωμα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κεφαλές τους, φαινόταν κάτι σαν το πολύτιμο πετράδι ζαφείρι, και πάνω σ' αυτό φαινόταν ομοίωμα θρόνου» (στ. 25-26).

Η φωνή του λόγου προς τα ζώα συμβολίζει την φωνή του Σωτήρος προς τους Αποστόλους, αυτήν που είπε τελευταία καθώς ανέβαινε προς τον Πατέρα: «Πορευθείτε σ' όλον τον κόσμο και κηρύξατε το ευαγγέλιο σ' όλη την κτίση» (Μάρκ. 16, 1 5). Αυτή η φωνή όχι μόνο τότε τους ώθησε σ' εκείνο τον δρόμο και τον καλόν αγώνα, αλλά επί πλέον συνεργούσε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, και βοηθούσε στην περάτωση της πορείας. Βέβαια μία φορά ειπώθηκε από τον Κύριο, αλλά συνεχώς δρα με την δύναμη Αυτού που την είπε.

Συνέβη δηλαδή ό,τι και με το «ας βλάστηση η ξηρά χορτάρι» (Γέν. 1, 11), και «ας βγάλουν τα νερά ερπετά» (Γεν. 1, 20), που είπε η φωνή του Θεού, η οποία δημιουργεί και φέρει εις πέρας τα έργα.

Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι φωνή του Λόγου είναι και το σωτήριο όνομα του Κυρίου, που ακουόταν συνεχώς στο κήρυγμα των Αποστόλων, οι οποίοι πάντοτε επικαλούνταν τον Κύριο. Και όταν βέβαια δίδασκαν και όταν θαυματουργούσαν και όταν επιτελούσαν όλα τα άλλα, είχαν στο στόμα τον Χριστό. Αναφωνώντας αυτό το όνομα, δοκίμασαν πολλές στενοχώριες και πιέσεις για να πεισθούν να μη το κηρύττουν. «Τους παρήγγειλαν», σημειώνει η Γραφή, «να μην ομιλούν γι' αυτό το όνομα» (Πράξ. 4, 18). Αυτοί όμως περισσότερο το διατυμπάνιζαν. Και ήταν γι' αυτούς το όνομα του Κυρίου φάρμακο για τα τραύματα, και άξιζε όσο όλα τ' αγαθά της γης.

Γι' αυτό λέγει ο προφήτης, «όταν πορεύονταν αυτά» (που σημαίνει, όταν πορεύονταν οι Απόστολοι) στον δρόμο του Ευαγγελίου, «άκουαν την φωνή του Λόγου (Λόγος εδώ είναι ο Υιός του Θεού - «μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού». Ο Πατέρας εικονίζεται με τον νου και ο Υιός με τον λόγο που γεννάται από τον νου), και μάλιστα σαν θόρυβο στρατοπέδου», αφού βέβαια έτσι η φωνή προκαλεί θαυμασμό και ταιριάζει στην μεγαλοπρέπεια του Λόγου. Μ' αυτό όμως σημαίνεται και κάτι άλλο: Όλα τα θεϊκά του χαρακτηριστικά ενώ καθ' εαυτά είναι ολοφώτεινα, στους ανθρώπους όμως είναι σκοτεινά και ακατανόητα. Αυτά τα δύο παρατηρούνται αντίστοιχα στην βουή του όχλου, η οποία από το ένα μέρος παρουσιάζεται μεγαλειώδης, αλλ' από το άλλο μέρος ελάχιστα ευδιάκριτη και κατανοητή, επειδή ξεφεύγει από τα όρια της ακριβούς ακοής και αποτελείται από ποικίλους και διαφορετικούς ήχους και φωνές.

Πολλές φορές τα ζώα σταματούσαν να πετούν και στέκονταν ακίνητα. Αυτό για να δείξουν ότι δεν συμβολίζουν την ακάματη φύση (του Θεού), αλλά ανθρώπους. Ακόμη, για να δείξουν ότι τα λόγια (του ευαγγελικού κηρύγματος) είναι στερεά και αμετακίνητα. Ακόμη, για να φανεί η καλή πρόθεσις και ο σταθερός ζήλος στο Αποστολικό έργο, ότι δηλαδή οι Απόστολοι δεν ήταν ευμετάβολοι και δεν τους εσάλεψαν τα κύματα της κακίας. Επίσης για να δηλωθεί ότι μετά την κίνηση χρειαζόταν σταμάτημα και ηρεμία, για να μη φανεί μάταιη η πορεία των Αποστόλων, αφού δεν κατέληγε κάπου. Όχι δεν ήταν μάταιη η πορεία των Αποστόλων. Δεν εκήρυτταν μάταια. Αντίθετα (καρποφορούσε), αφού ο μακάριος Λουκάς αριθμεί τόσους και τόσους που συνεχώς επίστευαν.

Ακόμη, η κίνησις φανερώνει την φροντίδα των Αποστόλων για τους ανθρώπους, ενώ η στάσις την στροφή τους προς τον Θεόν και την ένωσή τους μ' Αυτόν, ένωση που προερχόταν από την στροφή τους προς Αυτόν, αφού η στάσις εικονίζει την αληθινή ειρήνη και το κυρίως ένα, τον Θεό.

«Και όταν στέκονταν, σταματούσε ο βροντερός ήχος των φτερών τους». Αυτό δείχνει ότι η κίνησις των ζώων προερχόταν από τα φτερά τους, που συμβολίζει το ότι η δύναμις των Αποστόλων προερχόταν μόνο από το Άγιον Πνεύμα. Δεν εκήρυτταν βασιζόμενοι σε «πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας» (Α' Κορ. 2, 4). Γι' αυτό και στις Πράξεις των Αποστόλων (ερωτά ο Πέτρος)· «Γιατί ατενίζετε σε μας, ωσάν να το κάναμε αυτό με την δική μας δύναμη και ευσέβεια;» (Πράξ. 3, 12).

Και ο μακάριος Παύλος απαριθμώντας όσα κατόρθωσε στο κήρυγμα, πρόσθεσε- «όχι εγώ, αλλά η χάρις του Θεού που είναι μαζί μου» (Α' Κορ. 15, 10), και «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμουντί με Χριστώ» (Φιλιπ. 4, 13).

«Και πάνω από τις κεφαλές τους, κάτι που έμοιαζε (με το πολύτιμο πετράδι) ζαφείρι». Πρώτα είδε κάτι σαν κρύσταλλο και έπειτα βλέπει κάτι σαν ζαφείρι. Αυτό σημαίνει ότι ξεκινάει από τις πιο σαφείς και γνώριμες έννοιες του Θεού και προχωρεί στις βαθύτερες. Τούτο βέβαια αποτελεί νόμο στην ανθρώπινη γνώση. Πάνω στο στερέωμα του ουρανού υπήρχε κάτι που έμοιαζε με θρόνο και πάνω στον θρόνο είδε τον Σωτήρα «με εικόνες» (Δηλαδή κατά συγκατάβαση ο Σωτήρ έλαβε κάποια μορφή· εδώ μορφή ανθρώπου, ο οποίος είναι τυλιγμένος με υπέρλαμπρη ουράνια δόξα. Σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποίησε άλλη «εικόνα». Έτσι στον Μωυσή, στην βάτο, πήρε την μορφή φωτιάς, «εν πυρί φλογός» (Εξοδ. 3, 2).).

Όταν βλέπουμε και θεωρούμε την απόκρυφη γνώση του Θεού, όσο βέβαια είναι δυνατόν, βρισκόμαστε πλησιέστερα σ' Αυτόν. Στον Θεό ασφαλώς ταιριάζει περισσότερο κατανόησις, που ξεπερνάει την ανθρώπινη κατανόηση και γνώση. Και γι' αυτό το μεν ζαφείρι φαινόταν τόσο πολύ κοντά, ενώ το κρύσταλλο φαινόταν πιο μακριά από τον θρόνο.


25 - 28: «Και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε κάποιος που από πάνω έμοιαζε με άνθρωπο. Από την μέση και πάνω έμοιαζε με ήλεκτρο, σαν φωτιά που έβγαινε από μέσα του σε σχήμα κύκλου (τελευταίες φράσεις, «σαν φωτιά... κύκλου» απουσιάζουν από την μετάφραση των Ο'). Και από την μέση και κάτω φαινόταν σαν φωτιά που φεγγοβολούσε γύρω - γύρω, κυκλικά. Το φεγγοβόλημα γύρω - γύρω έμοιαζε με το ουράνιο τόξο που βγαίνει όταν βρέχει. Τούτο το θέαμα ήταν ομοίωμα της δόξης του Κυρίου! (Είναι αδύνατο να συλλαβή το μυαλό μας την απερίγραπτη ομορφιά που είχε αυτό το ομοίωμα του ουρανίου τόξου. Η λάμψις του υπερέβαινε κάθε ωραιότητα του κτιστού κόσμου. Πρόκειται για «υπερκαλλή αγλαΐα» κατά την φράση των αρεοπαγιτικών συγραμμάτων. Θεϊκή ομορφιά! «Δεν λέγονται καθόλου και δεν διηγούνται οι αστραφτερές λάμψεις του θεϊκού κάλλους». «Άρρητοι παντελώς και ανεκδιήγητοι του θείου κάλλους αι αστραπαί», τονίζει ο Μ. Βασίλειος. Από την στιγμή αυτή ο προφήτης Ιεζεκιήλ δεν είχε τίποτε ανώτερο και γλυκύτερο ν' αντικρύση στην ζωή του. Και ποτέ δεν ξεχνάει αυτήν την ημέρα, την πέμπτη του τετάρτου μήνα) (στ. 26-28).

25 - 28: και ιδού φωνή υπεράνωθεν του στερεώματος του όντος υπέρ κεφαλής αυτών. 26 ως όρασις λίθου σαπφείρου ομοίωμα θρόνου επ ‘ αυτού, και επί του ομοιώματος του θρόνου ομοίωμα ως είδος ανθρώπου άνωθεν. 27 και είδον ως όψιν ηλέκτρου από οράσεως οσφύος και επάνω, και από οράσεως οσφύος και έως κάτω είδον ως όρασιν πυρός και το φέγγος αυτού κύκλω. 28 ως όρασις τόξου, όταν ή εν τη νεφέλη εν ημέραις υετού, ούτως η στάσις του φέγγους κυκλόθεν. αύτη η όρασις ομοιώματος δόξης Κυρίου· και είδον και πίπτω επί πρόσωπόν μου και ήκουσα φωνήν λαλούντος.

25 - 28: Και εγίνετο φωνή άνωθεν εκ του στερεώματος του υπέρ την κεφαλήν αυτών· ότε ίσταντο, κατεβίβαζον τας πτέρυγας αυτών. 26 Υπεράνωθεν δε του στερεώματος του υπέρ την κεφαλήν αυτών εφαίνετο ομοίωμα θρόνου, ως θέα λίθου σαπφείρου· και επί του ομοιώματος του θρόνου ομοίωμα ως θέα ανθρώπου καθημένου επ' αυτόν άνωθεν. 27 Και είδον ως όψιν ηλέκτρου, ως θέαν πυρός εν αυτώ κύκλω, από της θέας της οσφύος αυτού και επάνω· και από της θέας της οσφύος αυτού και κάτω είδον ως θέαν πυρός, και είχε λάμψιν κύκλω. 28 Ως η θέα του τόξου, του γινομένον εν τη νεφέλη εν ημέρα βροχής, ούτως ήτο η θέα της λάμψεως κύκλω. Αύτη ήτο η θέα του ομοιώματος της δόξης του Κυρίου. Και ότε είδον, έπεσον επί πρόσωπόν μου και ήκουσα φωνήν λαλούντος.

Εκείνος που καθόταν στο ομοίωμα του θρόνου και έμοιαζε με άνθρωπο ήταν ο Κύριος, «ο γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους» (Εφεσ. 2, 7). Το ότι καθόταν, σημαίνει ότι είναι «ο μακάριος και μόνος Εξουσιαστής» (Α' Τιμ. 6, 1 5) και ότι «αναπαύεται στους αγίους του» (Εδώ κρύβεται μια ωραία έννοια. Οι ευσεβείς, οι ενάρετοι, οι άγιοι άνθρωποι είναι «θρόνοι» πάνω στους οποίους κάθεται ο Θεός. Στην Κ. Διαθήκη τονίζεται και η έννοια ότι είναι «ναοί του Θεού» (Πρβλ. Α' Κορ. 3, 16) (Ης. 57, 17).

Το ότι έμοιαζε με ήλεκτρο δηλώνει την ανθρώπινη φύση του Κυρίου. Το ήλεκτρο το ανέφερε και στην αρχή του οράματος, αλλά τώρα η αναφορά σ' αυτό γίνεται πιο τέλεια και σαφής. Η ανθρώπινη φύσις του Σωτήρος και η συναναστροφή του με τους ανθρώπους ήταν (σαν το ήλεκτρο) λαμπρή και ηλιόμορφη και όπως ταίριαζε σε Θεό. Δεν είχε τίποτε το φοβερό, αλλά ήταν όλος φιλανθρωπία.

Η φωτιά που είχε μέσα του δηλώνει την φοβερή θεότητά του. Αυτή, η φωτιά, σχημάτιζε κύκλο διότι η εικόνα του κύκλου είναι η πιο ταιριαστή στον Θεό, και διότι έτσι διδασκόταν πως όσα αντίκρυζε ήταν υπερφυσικά. Γι' αυτό, την φωτιά που κινείται ευθύγραμμα την έβλεπε να διαγραφή κύκλο, για να μάθει ότι όσα εμφανίζονται δεν εμφανίζονται για τον εαυτό τους, αλλά αποβλέπουν σε άλλα και εικονίζουν άλλα που είναι υπερφυσικά.

Εκείνο που φαινόταν στον Σωτήρα σαν ήλεκτρο, το έβλεπε από την μέση και μέχρι πάνω. Αυτό συμβολίζει την πρώτη παρουσία Του, που ήταν φιλάνθρωπη χωρίς κανένα φοβερό πράγμα. «Δεν ήρθα, λέγει, να καταδικάσω τον κόσμο» (Ιωάν. 12,47). Εκείνο που φαινόταν σαν φωτιά ήταν από την μέση και κάτω, δηλαδή το τελευταίο μέρος. Αυτό συμβολίζει την δευτέρα παρουσία του Χριστού που θα είναι φοβερή, που θα αφανίσει τους φαύλους και θα διαχώριση το κακό από το καλό. Κατ' αυτήν την ημέρα απειλείται φωτιά για όσους αμαρτάνουν. Σχετικά τονίζει και ο Παύλος: «μας αναμένει φοβερή κρίσις και σφοδρή φωτιά που θα καταφάγη όσους εναντιώνονται στον Θεό» (Εβρ. 10,27).

«Και φεγγοβολούσε σαν ουράνιο τόξο». Το τόξο αυτό αποτελεί σημείο συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, καθώς αναφέρεται στην Γραφή˙ «θα θέσω το τόξο μου στα νέφη και θα είναι σημείο της υποσχέσεως μου» (Γέν. 9,13) και «δεν θα απολέσω πάλι (με κατακλυσμό) όλη την γη» (Γέν. 8,21). Δείχνει λοιπόν η πέριξ κυκλική λάμψις ότι αυτός που φανερώνεται από την λάμψη θα γίνει Παράκλητος (Δηλαδή συμπαραστάτης, συνήγορος, παρηγορητής, βοηθός. Εδώ Παράκλητος είναι ο Χριστός. Συνήθως Παράκλητος ονομάζεται το Άγιον Πνεύμα) για μας στον Θεό και «θα συμφιλίωση τα ουράνια και τα επίγεια» (Κολ. 1,20). «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5,10). Και δηλώνεται γενικά ότι αυτός, (ο Υιός), αποτελεί την ειρήνη μας και την συμφιλίωσή μας με τον Θεό.

Μπορεί όμως το ουράνιο τόξο (του οράματος) να υποδηλώνει και τον Σταυρό, διότι και αυτός είναι σημείο της νέας διαθήκης, δηλαδή της συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, αφού ονομάζεται από τον Σωτήρα «σημείον»· «θα δουν το σημείον του υιού του ανθρώπου» (Ματθ. 24,30). Επειδή όμως ο Σωτήρ είναι «η ειρήνη μας» (Εφ. 2,14) μπορούμε να πούμε˙ «θα δουν το σημείον της ειρήνης». Και αυτό θα παρουσιασθεί την ημέρα της βροχής, δηλαδή την ημέρα του Κυρίου, αφού στην Γραφή ονομάζεται βροχή και η ημέρα του Κυρίου (Ίσως να αναφέρεται στο 71ο ψαλμό. «Θα κατεβή σαν βροχή στον πόκο (=τουλούπα μαλλιού)» (στ. 6). Πιο πιθανό να αναφέρεται στον προφήτη Ιωήλ: «ημέρα Κυρίου... ημέρα νεφέλης και ομίχλης» (2,2). Παρόμοια έκφρασις συναντάται και στον Σοφονία, (1,15)), η τελευταία εκείνη ημέρα «η μεγάλη και επιφανής, η οποία έρχεται», όπως λέγει ένας προφήτης ομιλώντας για την παρουσία του Χριστού (Ιωήλ 3,4).

Επίσης το φεγγοβόλημα αυτό (το όμοιο με ουράνιο τόξο) θέλει να υποδηλώσει κάποια δόξα του Χριστού˙ και δόξα του Χριστού είναι ο σταυρός όπως το συμπεραίνουμε από τα λόγια του Κυρίου: «Όταν δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου» (Και ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το Ιωαν. 1 7,1, «πάτερ ελήλυθεν η ώρα˙ δόξασαν σου τον υιόν...» παρατηρεί ότι ο Χριστός την σταύρωσή του την ονομάζει δόξα και αιτία δόξας· «δεν έρχεται ακούσια στον σταυρό. Αντίθετα προσεύχεται να γίνει αυτό και «δόξαν το πράγμα καλεί» (Υπόμν. εις το κατά Ιωάννην, ομιλία 80η)) (Ιωάν. 12,23).


Αφού είδε αυτά ο προφήτης πρόσθεσε: «Αυτή είναι η όρασις του ομοιώματος της δόξης του Κυρίου» (στ. 28) που σημαίνει ότι αυτά εικονίζουν το επί γης σωτήριο έργο του Κυρίου. Δική του δόξα ο Κύ­ριος ονομάζει και τον σταυρό, και όλο το σωτήριο έργο του, γιατί όταν περάτωσε όλο το έργο του για μας και ετοιμαζόταν να αναχώρηση προς τον Πατέρα έλεγε προς τους Αποστόλους, «τώρα δοξάσθηκε ο Υιός του άνθρωπου». Σ' αυτόν αρμόζει δόξα αιώνια.

Αμήν



Πηγή: Από το βιβλίο του π. ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
oodegr.com


* Ο Νικόλαος Καβάσιλας ή Χαμαετός, Θεσσαλονικεύς, υπήρξε μία εξέχουσα φυσιογνωμία του 14ου αιώνος, μοναχός, ίσως και κληρικός, σύμβουλος πατριαρχών και αυτοκρατόρων, από τους μεγαλύτερους θεολόγους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και συγγραφεύς υπέροχων συγγραμμάτων, τα οποία ξεχωρίζουν για την ζωντάνια και εκφραστική δύναμη, για την πειθώ, για το θεολογικό βάθος και την θερμότητα της πίστεως. Χαρακτηρίστηκαν σαν άριστα προϊόντα της εν γένει θρησκευτικής γραμματείας. Εσχάτως η Εκκλησία μας τον κατέταξε επίσημα στην χορεία των Αγίων.

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Εγκληματικά λάθη ορθόδοξων ηγετών


Εμείς, ταπεινός και άσημος Ιεράρχης, τολμάμε να υψώσουμε και πάλι τη φωνή μας! Αγαπάμε πρώτα την Αλήθεια και έπειτα τα Πρόσωπα! Στιχούμε στούς λόγους του αρχαίου σοφού "Φίλος μεν Πλάτων, φιλτάτη δ' όμως η αλήθεια"!
 Πειθαρχούμε στη φωνή του Θεού "έως θανάτου αγώνισαι υπέρ της αληθείας και Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ σου" (Σοφία Σειράχ)

Στον αγώνα μας κατά της ιεροσυλίας αυτής δανειζόμαστε σαν σύμμαχο, δυστυχώς, ένα εκπρόσωπο του Προτεσταντισμού, ο οποίος ειδικά σ΄ αυτή την περίπτωση συμπεριεφέρθη σαν Ορθόδοξος! Ωνόμασε το Κοράνιο "Βιβλίο του Διαβόλου"! Να τι εγράφαμε στις 12.09.2010:
 
"Να όμως ότι η Πρόνοια του Θεού επέφερε την διόρθωση του πατριαρχικού ολισθήματος στον ίδιο τόπο, τις ΗΠΑ, διά στόματος ενός Προτεστάντη θρησκευτικού λειτουργού, του πάστορος κ. Τέρι Τζόουνς, απο τη Φλόριντα των ΗΠΑ, ο οποίος κατά τόν πιο εκκωφαντικό τρόπο χαρακτήρισε το Κοράνιο ως "Βιβλίο του Διαβόλου", απειλώντας μάλιστα ότι τό Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου ε.έ. θα παρέδιδε στην πυρά 200 περίπου αντίτυπα του βιβλίου αυτού! Και μόνον η εξαγγελία της ενεργείας αυτής έφερε γενική αναστάτωση στην Παγκόσμια Κοινότητα! Τελικά ο πάστορας, πιεζόμενος φορτικώς, δεν πραγματοποίησε την απειλή του, κατώρθωσε όμως το ακατόρθωτο! Στον πατριαρχικό χαρακτηρισμό "το Άγιο Κοράνιο" αντέταξε το δικό του χαρακτηρισμό, ότι το Κοράνιο όχι απλώς δεν είναι άγιο, αλλά πολύ περισσότερο είναι "το βιβλίο του Διαβόλου"
 

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Απήγαγαν τον Μητροπολίτη Χαλεπίου Παύλο


Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδει το συριακό πρακτορείο ειδήσεων, απήχθη ο Μητροπολίτης Χαλεπίου κ. Παύλος.
Παράλληλα, σύμφωνα και με το Romfea.gr, η απαγωγή έγινε στα σύνορα της Τουρκίας, ενώ σκότωσαν τον οδηγό και τον διάκονο του Μητροπολίτη.
Επίσης άνθρωποι του Πατριαρχείου Αντιοχείας μιλώντας στην Romfea.gr, ενημέρωσαν ότι ταυτόχρονα με τον Μητροπολίτη Παύλο απήγαγαν και τον Επίσκοπο των Μαρωνιτών κ. Ιωάννη.
Διπλωματικές πηγές ανέφεραν ότι ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς από την Αθήνα και ο υπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Αβραμόπουλος από τις Βρυξέλλες, όπου βρίσκεται για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, επικοινώνησαν με τον Πατριάρχη Αντιόχειας κ. Ιωάννη, ο οποίος είναι αδελφός του Μητροπολίτη Χαλεπίου.

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Προφητεία του Οσίου Εφραίμ του Σύρου


Οσίου Εφραίμ του Σύρου
Εις την Β' Παρουσίαν του Κυρίου

Ο των όλων Θεός έρχεται κρίναι ζώντας και νεκρούς...

Και θα ανοιχθούν τα φοβερά εκείνα βιβλία, όπου είναι γραμμένα και τα έργα μας και λόγοι και οι πράξεις μας, τα οποία είπαμε και επράξαμε εις αυτήν την ζωήν, δηλαδή οι διαλογισμοί και τα ενθυμήματα, για τα οποία θα αποδώσουμε λόγον εις τον Κριτήν.                                     

Τότε θα ζητηθή από τον καθένα μας η ομολογία της πίστεως και η συνταγή του βαπτίσματος, και την πίστι καθαρή από κάθε αίρεσι και την σφραγίδα άθραυστη και τον χιτώνα αμόλυντον...                                                                                                            

Μετά την χάριν (του αγίου βαπτίσματος) ο ποιών τα πονηρά έργα, εξέπεσε της χάριτος, και ο Χριστός αυτόν εις τίποτε δεν θα ωφελήση, εάν επιμένη εις την αμαρτίαν. Διότι έχει γραφεί, ότι όλοι θα παρασταθούμε εμπρός εις το βήμα του Χριστού, διά να προσκομίση κάθε ένας όσα έπραξε με το σώμα του, είτε καλόν είτε κακόν (Β' Κορ. 5, 10).

Διότι όσοι έχουν τα καλά έργα και τους καλούς καρπούς χωρίζονται από τους ακάρπους και αμαρτωλούς, οι οποίοι και θα εκλάψουν, σαν τον ήλιον. Αυτοί είναι όσοι εφύλαξαν τις εντολές του Κυρίου, οι ελεήμονες, οι φιλόπτωχοι, οι φιλόρφανοι, οι ξενοδοχούντες, οι αντιλήπτορες των καταπονουμένων, οι επισκέπται των ασθενών, οι πενθήσαντες τώρα, καθώς είπεν ο Κύριος, οι πτωχεύσαντες τώρα διά τον πλούτον που ευρίσκεται εις τους ορφανούς, οι συγχωρούντες τα παραπτώματα των αδελφών, οι φυλάξαντες την σφραγίδα της πίστεως άθραυστον και αμόλυντον από πάθε αίρεσιν.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ Ι.Σ.Κ.Ε. ΓΙΑ ΓΙΑΓΚΑΤΖΟΓΛΟΥ



 ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ Ι.Σ.Κ.Ε.

Το Δ.Σ. του Ι.Σ.Κ.Ε ευρέθη προ εκπλήξεως όταν δέχθηκε αδικαιολόγητη επίθεση από μερίδα λαϊκών και κληρικών θεολόγων για τα γραφόμενα στο δελτίο τύπου της 15.4.2013.

Εκεί αναφέρονται τα εξής: «μετά από ενδελεχή ενημέρωση του κ. Γιαγκατζόγλου Α΄ Συμβούλου του Υπουργού αποσαφηνίστηκαν αρκετά ζητήματα για τα οποία πολλά αρνητικά σενάρια κυκλοφορούσαν.»

Τί ενόχλησε; Το «αποσαφηνίστηκαν» ή το ότι «πολλά αρνητικά σενάρια κυκλοφορούσαν;»

Είναι δηλαδή μερικοί οι οποίοι επενδύουν στην δαιμονοποίηση του μαθήματος των Θρησκευτικών και τους ενοχλεί η ενημέρωση των ανθρώπων για το πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα; 
Γιατί αυτό στην πραγματικότητα έγινε.

Η θέση του  Ι.Σ.Κ.Ε είναι πάγια όσον αφορά το μάθημα των Θρησκευτικών γι΄ αυτό άλλωστε έστειλε επιστολή στον Πρωθυπουργό εκφράζοντας την αγωνία του για την εξέλιξη και πορεία του μαθήματος.

Η επίσκεψη του κου Γιαγκατζόγλου έγινε ακριβώς για να δώσει εξηγήσεις για το συγκεκριμένο θέμα.

Εάν παρασκηνιακά διαδραματίζονται αδιαφανείς διαδικασίες ουδόλως ενδιαφέρει τα μέλη του Ι.Σ.Κ.Ε. και την κοινωνία.

Γρηγόριος Νύσσης

Ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ

ΠΗΓΗ μὲν δυνάμεώς ἐστιν ὁ Πατήρ͵ δύναμις δὲ τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱός͵ δυνάμεως δὲ πνεῦμα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· ἡ δὲ κτίσις πᾶσα ὅση τε αἰσθητὴ καὶ ὅση ἀσώματος τῆς θείας δυνάμεώς ἐστιν ἀποτέλεσμα. 

Καὶ ἐπειδὴ πόνος οὐδεὶς ἐν τῇ συστάσει τῶν περὶ τὴν θείαν φύσιν ὑπονοεῖται (ὁμοῦ γὰρ τῷ προελέσθαι τὸ γενέσθαι δέον εὐθὺς οὐσία ἡ πρόθεσις γίνεται)͵ πᾶσαν τὴν διὰ τῆς κτίσεως ὑποστᾶσαν φύσιν͵ θελήματος κίνησιν καὶ προθέσεως ὁρμὴν καὶ δυνάμεως διάδοσιν͵ εἰκότως ἄν τις προσαγορεύσειεν ἐκ Πατρὸς ἀρχομένην καὶ δι΄ Υἱοῦ προϊοῦσαν καὶ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ τελειουμένην.


Κάποια μουσικὴ ἁρμονία

ΗΚΟΥΣΑ τινος τῶν σοφῶν τὸν περὶ τῆς φύσεως ἡμῶν διεξιόντος λόγον͵ ὅτι μικρός τις κόσμος ἐστὶν ὁ ἄνθρωπος πάντα ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὰ τοῦ μεγάλου κόσμου. Ἡ δὲ τοῦ παντὸς διακόσμησις ἁρμονία τίς ἐστι μουσικὴ πολυειδῶς καὶ ποικίλως κατά τινα τάξιν καὶ ῥυθμὸν πρὸς ἑαυτὴν ἡρμοσμένη καὶ ἑαυτῇ συνᾴδουσα καὶ μηδέποτε τῆς συμφωνίας ταύτης διασπωμένη͵ εἰ καὶ πολλή τις ἐν τοῖς καθ΄ ἕκαστον ἡ τῶν ὄντων διαφορὰ θεωρεῖται. Οἷον γὰρ ἐπὶ τοῦ πλήκτρου γίνεται τοῦ τεχνικῶς ἁπτομένου τῶν τόνων καὶ τὸ μέλος ἐν τῇ ποικιλίᾳ τῶν φθόγγων προάγοντος͵ ὡς εἴγε μονοειδής τις ἐν πᾶσιν ὁ φθόγγος ἦν͵ οὐδ΄ ἂν συνέστη πάντως τὸ μέλος· οὕτως καὶ ἡ τοῦ παντὸς κρᾶσις ἐν ποικίλοις τῶν καθ΄ ἕκαστον ἐν τῷ κόσμῳ θεωρουμένων διά τινος τεταγμένου τε καὶ ἀπαραβάτου ῥυθμοῦ αὐτὴ ἑαυτῆς ἁπτομένη καὶ τὴν τῶν μερῶν πρὸς τὸ ὅλον εὐαρμοστίαν ἐργαζομένη τὴν παναρμόνιον ταύτην ἐν τῷ παντὶ μουσουργεῖ μελῳδίαν͵ ἧς ἀκροατὴς ὁ νοῦς γίνεται κατ΄ οὐδὲν τῇ ἀκοῇ ταύτῃ συγχρώμενος͵ ἀλλ΄ ὑπερκύπτων τὰ τῆς σαρκὸς αἰσθητήρια καὶ ἄνω γενόμενος͵ οὕτως ἐπαίει τῆς τῶν οὐρανῶν ὑμνῳδίας. Ὥς μοι δοκεῖ καὶ ὁ μέγας ἀκηκοέναι Δαβίδ͵ ὅτε διὰ τῆς θεωρουμένης αὐτοῖς τεχνικῆς τε καὶ πανσόφου κινήσεως͵ τὴν δόξαν τοῦ ἐν αὐτοῖς ταῦτα ἐνεργοῦντος θεοῦ διηγουμένων ἐπηκροάσατο. Ἀληθῶς γὰρ τῆς ἀνεφίκτου τε καὶ ἀφράστου θεοῦ δόξης ὕμνος ἐστὶ τῷ τοιούτῳ ῥυθμῷ προαγόμενος ἡ τῆς κτίσεως πάσης πρὸς ἑαυτὴν συνῳδία διὰ τῶν ἐναντίων συγκεκραμένη. Ἐναντίως γὰρ ἔχει πρὸς ἄλληλα στάσις καὶ κίνησις͵ ταῦτα δὲ κέκραται μετ΄ ἀλλήλων ἐν τῇ φύσει τῶν ὄντων καί τις ἀμήχανος ἐν αὐτοῖς καθορᾶται τῶν ἀντικειμένων μίξις͵ ὡς καὶ ἐν τῇ κινήσει τὸ στάσιμον δείκνυσθαι καὶ ἐν τῷ μὴ κινουμένῳ τὸ ἀεικίνητον.

Κινεῖται μὲν γὰρ τὰ κατ΄ οὐρανὸν ἀεὶ πάντα ἢ τῷ ἀπλανεῖ συμπεριπολοῦντα κύκλῳ ἢ κατὰ τὸ ἐναντίον διὰ τῶν πλανητῶν ἀνελισσόμενα. Ἕστηκε δὲ πάντοτε καὶ ἐπὶ τῆς ταυτότητος μένει ὁ ἐν τούτοις εἱρμὸς οὐδέ ποτε ἀπὸ τοῦ ἐν ᾧ ἐστιν ἐφ΄ ἕτερόν τι καινὸν μεθιστάμενος͵ ἀλλ΄ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχων καὶ ἐν τῷ αὐτῷ διαμένων. Ἡ τοίνυν τοῦ ἑστῶτος πρὸς τὸ κινούμενον σύνοδος ἐν τεταγμένῃ τινὶ καὶ ἀπαραβάτῳ γινομένη διὰ παντὸς εὐαρμοστίᾳ μουσική τίς ἐστιν ἁρμονία σύγκρατον καὶ θεσπεσίαν τῆς τὸ πᾶν διακρατούσης δυνάμεως ὑμνῳδίαν ἀποτελοῦσα. Ἧς μοι δοκεῖ καὶ ὁ μέγας Δαβὶδ ἐν ἀκροάσει γενόμενος εἰπεῖν ἔν τινι τῶν ψαλμῶν͵ ὅτι αἰνοῦσι τὸν θεὸν αἵ τε ἄλλαι δυνάμεις αἱ κατ΄ οὐρανὸν πᾶσαι καὶ τὸ ἀστρῷον φῶς͵ ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ οἱ τῶν οὐρανῶν οὐρανοὶ καὶ τὸ ὑπερουράνιον ὕδωρ͵ ὅτι ποτὲ τὸ ὕδωρ λέγει͵ καὶ τὰ ἑξῆς πάντα ὅσα ἡ κτίσις ἔχει. Ἡ γὰρ τῶν πάντων πρὸς ἄλληλα σύμπνοιά τε καὶ συμπάθεια τάξει καὶ κόσμῳ καὶ ἀκολουθίᾳ διοικουμένη ἡ πρώτη τε καὶ ἀρχέτυπος καὶ ἀληθής ἐστι μουσική· ἣν ὁ τοῦ παντὸς ἁρμοστὴς τῷ ἀρρήτῳ τῆς σοφίας λόγῳ διὰ τῶν ἀεὶ γινομένων τεχνικῶς ἀνακρούεται. Εἰ οὖν ὁ διάκοσμος ὅλος μουσική τις ἁρμονία ἐστίν͵ ῟Ης τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός͵ καθώς φησιν ὁ ἀπόστολος͵ μικρὸς δὲ κόσμος ὁ ἄνθρωπος͵ ὁ δὲ αὐτὸς οὗτος καὶ μίμημα τοῦ ἁρμοσαμένου τὸν κόσμον πεποίηται͵ ὅπερ ἐπὶ τοῦ μεγάλου κόσμου οἶδεν ὁ λόγος͵ τοῦτο κατὰ τὸ εἰκὸς καὶ ἐν τῷ μικρῷ βλέπει· τὸ γὰρ μέρος τοῦ ὅλου ὁμογενές ἐστι πάντως τῷ ὅλῳ.

Ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ ψήγματι βραχείας ὑάλου κατὰ τὸ στίλβον μέρος ὅλον ἔστιν ἰδεῖν ὡς ἐν κατόπτρῳ τὸν κύκλον τοῦ ἡλίου δεικνύμενον͵ καθὼς χωρεῖ ἡ βραχύτης τοῦ στίλβοντος͵ οὕτω καὶ ἐν τῷ μικρῷ κόσμῳ͵ τῇ ἀνθρωπίνῃ λέγω φύσει͵ πᾶσα ἡ ἐν τῷ παντὶ θεωρουμένη μουσικὴ καθορᾶται ἀναλογοῦσα τῷ ὅλῳ διὰ τοῦ μέρους͵ ὡς χωρεῖται τὸ ὅλον ὑπὸ τοῦ μέρους. Δείκνυσι δὲ τοῦτο καὶ ἡ ὀργανικὴ τοῦ σώματος ἡμῶν διασκευὴ πρὸς ἐργασίαν μουσικῆς φιλοτεχνηθεῖσα παρὰ τῆς φύσεως. Ὁρᾷς τὸν τῆς ἀρτηρίας αὐλόν͵ τὴν τῆς ὑπερῴας μαγάδα͵ τὴν διὰ γλώττης καὶ παρειῶν καὶ στόματος͵ ὡς διὰ χορδῶν καὶ πλήκτρου͵ κιθαρῳδίαν; Ἐπεὶ οὖν πᾶν τὸ κατὰ φύσιν φίλον τῇ φύσει͵ ἀπεδείχθη δὲ κατὰ φύσιν ἡμῖν οὖσα ἡ μουσική͵ τούτου χάριν ὁ μέγας Δαβὶδ τῇ περὶ τῶν ἀρετῶν φιλοσοφίᾳ τὴν μελῳδίαν κατέμιξεν͵ οἷόν τινα μέλιτος ἡδονὴν τῶν ὑψηλῶν καταχέας δογμάτων͵ δι΄ ἧς ἑαυτὴν ἀναθεωρεῖ τρόπον τινὰ καὶ θεραπεύει ἡ φύσις. Θεραπεία γὰρ φύσεώς ἐστιν ἡ τῆς ζωῆς εὐρυθμία͵ ἥν μοι δοκεῖ συμβουλεύειν δι΄ αἰνιγμάτων ἡ μελῳδία. Τάχα γὰρ αὐτὸ τοῦτο πρὸς τὴν ὑψηλοτέραν τοῦ βίου κατάστασιν παραίνεσις γίνεται τὸ μὴ δεῖν ἄμουσόν τε καὶ ἔκτροπον καὶ παρηχημένον τῶν ἐν ἀρετῇ ζώντων εἶναι τὸ ἦθος͵ μήτε πέρα τοῦ μέτρου τῆς χορδῆς ὀξυτονούσης· ῥήγνυται γὰρ πάντως ὑπερτεινό μενον τῆς χορδῆς τὸ εὐάρμοστον· μήτ΄ αὖ πρὸς τὸ ἐναντίον ἐν ἀμετρίᾳ δι΄ ἡδονῆς ὑποχαλᾶν τὸν τόνον· κωφὴ γὰρ καὶ ἄναυδος γίνεται ἡ ψυχὴ τοῖς τοιούτοις πάθεσιν ἐγχαυνωθεῖσα· καὶ τὰ ἄλλα πάντα ὡσαύτως ἐπιτείνειν τε κατὰ καιρὸν καὶ ὑφιέναι τοῦ τόνου·

πρὸς τοῦτο βλέποντας͵ ὅπως ἂν ἡμῖν διὰ παντὸς εὐμελής τε καὶ εὔρυθμος ὁ ἐν τοῖς ἤθεσι διαμένοι τρόπος μήτε ἀμέτρως λυόμενος μήτε πέρα τοῦ μέτρου ὑπερτεινόμενος. Ὅθεν καὶ τὰ κατορθώματα τῆς θείας ταύτης μουσικῆς προσμαρτυρεῖ τῷ Δαβὶδ ἡ ἱστορία· ὅτι παράφορόν ποτε καταλαβὼν τὸν Σαοὺλ καὶ ἐξεστηκότα τῆς διανοίας οὕτως ἐξιάσατο κατεπᾴδων τοῦ πάθους͵ ὥστε αὐτῷ πάλιν πρὸς τὸ κατὰ φύσιν ἐπανελθεῖν τὴν διάνοιαν. Δῆλον οὖν ἐκ τούτων ἐστὶ πρὸς ὅ τι βλέπει τῆς μελῳδίας τὸ αἴνιγμα͵ ὅτι τὴν τῶν παθημάτων καταστολὴν συμβουλεύει ποιεῖσθαι τῶν διαφόρως ἡμῖν ἐγγινομένων ἐκ τῶν βιωτικῶν περιστάσεων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο προσήκει μὴ παραδραμεῖν ἀθεώρητον͵ ὅτι οὐ κατὰ τοὺς ἔξω τῆς ἡμετέρας σοφίας μελοποιοὺς καὶ ταῦτα τὰ μέλη πεποίηται· οὐ γὰρ ἐν τῷ τῶν λέξεων τόνῳ κεῖται τὸ μέλος͵ ὥσπερ ἐν ἐκείνοις ἔστιν ἰδεῖν͵ παρ΄ οἷς ἐν τῇ ποιᾷ τῶν προσῳδιῶν συνθήκῃ͵ τοῦ ἐν τοῖς φθόγγοις τόνου βαρυνομένου τε καὶ ὀξυτονοῦντος καὶ βραχυνομένου τε καὶ παρατείνοντος͵ ὁ ῥυθμὸς ἀποτίκτεται͵ ἀλλὰ ἀκατάσκευόν τε καὶ ἀνεπιτήδευτον τοῖς θείοις λόγοις ἐνείρας τὸ μέλος͵ ἑρμηνεύειν τῇ μελῳδίᾳ τὴν τῶν λεγομένων διάνοιαν βούλεται͵ τῇ ποιᾷ συνδιαθέσει τοῦ κατὰ τὴν φωνὴν τόνου τὸν ἐγκείμενον τοῖς ῥήμασι νοῦν ὡς δυνατὸν ἐκκαλύπτων.


Ὁλόκληρη ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ σοφία εἶναι μέσα μας

ΘΕΟΣ τῇ ἑαυτοῦ φύσει πᾶν ὅτι περ ἔστι κατ΄ ἔννοιαν λαβεῖν ἀγαθὸν͵ ἐκεῖνό ἐστι· μᾶλλον δὲ παντὸς ἀγαθοῦ τοῦ νοουμένου τε καὶ καταλαμβανομένου ἐπέκεινα ὤν͵ οὐ δι΄ ἄλλο τι κτίζει τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν ἢ διὰ τὸ ἀγαθὸς εἶναι. Τοιοῦτος δὲ ὢν καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὴν δημιουργίαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὁρμήσας͵ οὐκ ἂν ἡμιτελῆ τὴν τῆς ἀγαθότητος ἐνεδείξατο δύναμιν͵ τὸ μέν τι δοὺς ἐκ τῶν προσόντων αὐτῷ͵ τοῦ δὲ φθονήσας τῆς μετουσίας, ἀλλὰ τὸ τέλειον τῆς ἀγαθότητος εἶδος ἐν τούτῳ ἐστίν͵ ἐκ τοῦ καὶ παραγαγεῖν τὸν ἄνθρωπον ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς γένεσιν καὶ ἀνενδεῆ τῶν ἀγαθῶν ἀπεργάσασθαι. Ἐπεὶ δὲ πολὺς τῶν καθ΄ ἕκαστον ἀγαθῶν ὁ κατάλογος͵ οὐ μὲν οὖν ἔστιν ἀριθμῷ ῥᾳδίως τοῦτον διαλαβεῖν. Διὰ τοῦτο περιληπτικῇ τῇ φωνῇ ἅπαντα συλλαβὼν ὁ λόγος ἐσήμανεν͵ ἐν τῷ εἰπεῖν κατ΄ εἰκόνα Θεοῦ γεγενῆσθαι τὸν ἄνθρωπον. Ἶσον γάρ ἐστι τοῦτο τῷ εἰπεῖν͵ ὅτι παντὸς ἀγαθοῦ μέτοχον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἐποίησεν. Εἰ γὰρ πλήρωμα μὲν ἀγαθῶν τὸ Θεῖον͵ ἐκείνου δὲ τοῦτο εἰκών, ἄρ΄ ἐν τῷ πλῆρες εἶναι παντὸς ἀγαθοῦ πρὸς τὸ ἀρχέτυπον ἡ εἰκὼν ἔχει τὴν ὁμοιότητα. Οὐκοῦν ἐστιν ἐν ἡμῖν παντὸς μὲν καλοῦ ἰδέα͵ πᾶσα δὲ ἀρετὴ καὶ σοφία καὶ πᾶν ὅτιπέρ ἐστι πρὸς τὸ κρεῖττον νοούμενον. Ἓν δὲ τῶν πάντων καὶ τὸ ἐλεύθερον ἀνάγκης εἶναι καὶ μὴ ὑπεζεῦχθαί τινι φυσικῇ δυναστείᾳ, ἀλλ΄ αὐτεξούσιον πρὸς τὸ δοκοῦν ἔχειν τὴν γνώμην. Ἀδέσποτον γάρ τι χρῆμα ἡ ἀρετὴ καὶ ἑκούσιον͵ τὸ δὲ κατηναγκασμένον καὶ βεβιασμένον ἀρετὴ εἶναι οὐ δύναται. Ἐν πᾶσι τοίνυν τῆς εἰκόνος τοῦ πρωτοτύπου κάλλους τὸν χαρακτῆρα φερούσης͵ εἰ μὴ κατά τι τὴν διαφορὰν ἔχῃ͵ οὐκέτι ἂν εἴη πάντως ὁμοίωμα͵ ἀλλὰ ταὐτὸν ἐκεῖνο διὰ πάντων ἀναδειχθήσεται͵ τὸ ἐν παντὶ ἀπαράλλακτον.

Τίνα τοίνυν αὐτοῦ τε τοῦ Θείου καὶ τοῦ πρὸς τὸ Θεῖον ὡμοιωμένου τὴν διαφορὰν καθορῶμεν; Ἐν τῷ͵ τὸ μὲν ἀκτίστως εἶναι͵ τὸ δὲ διὰ κτίσεως ὑποστῆναι. Ἡ δὲ τῆς τοιαύτης ἰδιότητος διαφορὰ πάλιν ἑτέρων ἰδιωμάτων ἀκολουθίαν ἐποίησε. Συνομολογεῖται γὰρ πάντη τε καὶ πάντως τὴν μὲν ἄκτιστον φύσιν καὶ ἄτρεπτον εἶναι καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχειν͵ τὴν δὲ κτιστὴν ἀδύνατον ἄνευ ἀλλοιώσεως συστῆναι. Αὐτὴ γὰρ ἡ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι πάροδος͵ κίνησίς τίς ἐστι καὶ ἀλλοίωσις τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι κατὰ τὸ θεῖον βούλημα μεθισταμένου. Καὶ ὥσπερ τὸν ἐπὶ τοῦ χαλκοῦ χαρακτῆρα Καίσαρος εἰκόνα λέγει τὸ Εὐαγγέλιον͵ δι΄ οὗ μανθάνομεν κατὰ μὲν τὸ πρόσχημα τὴν ὁμοίωσιν εἶναι τοῦ μεμορφωμένου πρὸς Καίσαρα͵ ἐν δὲ τῷ ὑποκειμένῳ τὴν διαφορὰν ἔχειν, οὕτω καὶ κατὰ τὸν παρόντα λόγον ἀντὶ χαρακτήρων τὰ ἐπιθεωρούμενα τῇ τε θείᾳ φύσει καὶ τῇ ἀνθρωπίνῃ κατανοήσαντες͵ ἐν οἷς ἡ ὁμοιότης ἐστίν͵ ἐν τῷ ὑποκειμένῳ τὴν διαφορὰν ἐξευρίσκομεν͵ ἥτις ἐν τῷ ἀκτίστῳ καὶ τῷ κτιστῷ καθορᾶται. Ἐπειδὴ τοίνυν τὸ μὲν ὡσαύτως ἔχει καὶ ἀεί͵ τὸ δὲ διὰ κτίσεως γεγενημένον ἀπ΄ ἀλλοιώσεως τοῦ εἶναι ἤρξατο καὶ συγγενῶς πρὸς τὴν τοιαύτην ἔχει τροπήν, διὰ τοῦτο ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν͵ καθώς φησιν ἡ προφητεία͵ ἐπακολουθήσας͵ μᾶλλον δὲ προκατανοήσας τῇ προγνωστικῇ δυνάμει͵ πρὸς ὅ,τι ῥέπει κατὰ τὸ αὐτοκρατές τε καὶ αὐτεξούσιον τῆς ἀνθρωπίνης προαιρέσεως ἡ κίνησις͵ ἐπειδὴ τὸ ἐσόμενον εἶδεν͵ ἐπιτεχνᾶται τῇ εἰκόνι τὴν περὶ τὸ ἄῤῥεν καὶ θῆλυν διαφοράν͵ ἥτις οὐκέτι πρὸς τὸ θεῖον ἀρχέτυπον βλέπει͵ ἀλλὰ καθὼς εἴρηται͵ τῇ ἀλογωτέρᾳ προσωκείωται φύσει. Τὴν δὲ αἰτίαν τῆς τοιαύτης ἐπιτεχνήσεως μόνοι μὲν ἂν εἰδεῖεν οἱ τῆς ἀληθείας αὐτόπται καὶ ὑπηρέται τοῦ λόγου. Ἡμεῖς δὲ καθώς ἐστι δυνατὸν διὰ στοχασμῶν τινων καὶ εἰκόνων φαντασθέντες τὴν ἀλήθειαν͵ τὸ ἐπὶ νοῦν ἐλθὸν οὐκ ἀποφαντικῶς ἐκτιθέμεθα͵ ἀλλ΄ ὡς ἐν γυμνασίας εἴδει τοῖς εὐγνώμοσι τῶν ἀκροωμένων προσθήσομεν.

Τί τοίνυν ἐστίν͵ ὃ περὶ τούτων διενοήθημεν; Εἰπὼν ὁ λόγος ὅτι ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον͵ τῷ ἀορίστῳ τῆς σημασίας ἅπαν ἐνδείκνυται τὸ ἀνθρώπινον. Οὐ γὰρ συνωνομάσθη τῷ κτίσματι νῦν ὁ Ἀδὰμ͵ καθὼς ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἡ ἱστορία φησίν, ἀλλ΄ ὄνομα τῷ κτισθέντι ἀνθρώπῳ οὐχ ὁ τίς͵ ἀλλ΄ ὁ καθόλου ἐστίν. Οὐκοῦν τῇ καθολικῇ τῆς φύσεως κλήσει τοιοῦτόν τι ὑπονοεῖν ἐναγόμεθα͵ ὅτι τῇ θείᾳ προγνώσει τε καὶ δυνάμει πᾶσα ἡ ἀνθρωπότης ἐν τῇ πρώτῃ κατασκευῇ περιείληπται. Χρὴ γὰρ Θεῷ μηδὲν ἀόριστον ἐν τοῖς γεγενημένοις παρ΄ αὐτοῦ νομίζειν, ἀλλ΄ ἑκάστου τῶν ὄντων εἶναί τι πέρας καὶ μέτρον͵ τῇ τοῦ πεποιηκότος σοφίᾳ περιμετρούμενον. Ὥσπερ τοίνυν ὁ τὶς ἄνθρωπος τῷ κατὰ τὸ σῶμα ποσῷ περιείργεται καὶ μέτρον αὐτῷ τῆς ὑποστάσεως ἡ πηλικότης ἐστίν͵ ἡ συναπαρτιζομένη τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ σώματος, οὕτως οἶμαι καθάπερ ἐν ἐνὶ σώματι ὅλον τὸ τῆς ἀνθρωπότητος πλήρωμα τῇ προγνωστικῇ δυνάμει παρὰ τοῦ Θεοῦ τῶν ὄλων περισχεθῆναι͵ καὶ τοῦτο διδάσκειν τὸν λόγον τὸν εἰπόντα͵ ὅτι καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον καὶ κατ΄ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν. Οὐ γὰρ ἐν μέρει τῆς φύσεως ἡ εἰκών͵ οὐδὲ ἕν τινι τῶν καθ΄ αὑτὸν θεωρουμένων ἡ χάρις, ἀλλ΄ ἐφ΄ ἅπαν τὸ γένος ἐπίσης ἡ τοιαύτη διήκει δύναμις. Σημεῖον δὲ ὅτι πᾶσιν ὡσαύτως ὁ νοῦς ἐγκαθίδρυται, πάντες τοῦ διανοεῖσθαι καὶ προβουλεύειν τὴν δύναμιν ἔχουσι καὶ τὰ ἄλλα πάντα͵ δι΄ ὧν ἡ θεία φύσις ἐν τῷ κατ΄ αὐτὴν γεγονότι ἀπεικονίζεται. Ὁμοίως ἔχει ὅ τε τῇ πρώτῃ τοῦ κόσμου κατασκευῇ συναναδειχθεὶς ἄνθρωπος καὶ ὁ κατὰ τὴν τοῦ παντὸς συντέλειαν γενησόμενος͵ ἐπίσης ἐφ΄ ἑαυτῶν φέρουσι τὴν θείαν εἰκόνα. Διὰ τοῦτο εἷς ἄνθρωπος κατωνομάσθη τὸ πᾶν͵ ὅτι τῇ δυνάμει τοῦ Θεοῦ οὔτε τι παρῴχηκεν͵ οὔτε μέλλει͵ ἀλλὰ καὶ τὸ προσδοκώμενον ἐπίσης τῷ παρόντι τῇ περιεκτικῇ τοῦ παντὸς ἐνεργείᾳ περικρατεῖται. Πᾶσα τοίνυν ἡ φύσις ἡ ἀπὸ τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων διήκουσα͵ μία τις τοῦ ὄντος ἐστὶν εἰκών, ἡ δὲ πρὸς τὸ ἄῤῥεν καὶ θῆλυ τοῦ γένους διαφορὰ προσκατεσκευάσθη τελευταῖον τῷ πλάσματι διὰ τὴν αἰτίαν͵ ὡς οἶμαι͵ ταύτην.


Πάντα καλὰ λίαν

ΕN ἑκάστῳ τῶν στοιχείων ἔστιν εὑρεῖν τινα πάντως ἐν τοῖς ἰδιώμασι πρὸς τὰ ἀντικείμενα μάχην. Ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων στοιχείων ἀντιβαίνει τῷ μὲν ψυχρῷ ἡ θερμότης͵ τῷ δὲ ὑγρῷ ἡ ξηρότης͵ οὕτω πάλιν κατὰ τὴν ἑτέραν διάμετρον ἐπὶ τῆς γῆς τε καὶ τοῦ ἀέρος ἐξ ἐναντίου εἰσὶν αἱ ἐν ἑκατέρῳ ποιότητες ἀλλήλαις ἀντικαθήμεναι, στεῤῥότης τε καὶ μανότης͵ ἀντιτυπία καὶ ἀραιότης͵ βαρύτης τε καὶ κουφότης καὶ ὅσα ἄλλα κατὰ τὸ ἰδιάζον ἐν ἑκατέρῳ τούτων ἐκ τῶν ἐναντίων γνωρίζεται. Ὥσπερ τοίνυν ἐν τούτοις οὐκ ἔστιν εἰπεῖν τρέφεσθαι τῷ ἐναντίῳ τὸ ἕτερον, οὔτε γὰρ τῇ δαπάνῃ τοῦ ἐμβριθοῦς ἡ ἐν τῷ ἀέρι κουφότης αὔξεται͵ οὔτε τὸ ναστὸν τῆς γῆς ἐνεργεῖ τοῦ ἀντιστοιχοῦντος τὴν ἀραιότητα͵ οὔτε τὰ λοιπὰ περὶ τὴν γῆν ἰδιώματα διὰ τῆς ἑαυτῶν δαπάνης τρέφει τὰς ἀερίους ποιότητας, οὕτως εἴποι τις ἂν ἐξ ἐναντίου μὲν εἶναι τὸ ὑγρόν τε καὶ ψυχρὸν τῷ θερμῷ καὶ ξηρῷ͵ μὴ μέντοι τρέφεσθαι ταῦτα ταῖς ἀλλήλων φθοραῖς͵ μηδὲ τὴν τοῦ εἶναι τούτων ἑκάτερον δύναμιν ἐν τῷ μὴ εἶναι τὸ ἕτερον ἔχειν. Οὕτω γὰρ ἂν οὐθέτερον εἴη͵ εἴπερ ἡ διαμονὴ ἀμφοτέρου ἐν τῇ τῶν δύο φθορᾷ τὴν δύναμιν ἔχοι· ἴση γὰρ ἐν ἑκάστῳ ἡ τοῦ φθείρειν τὸ ἕτερον δύναμις καὶ ἀεὶ καταπλεονάζων τοῦ ἐπικρατοῦντος ὁ ἀφανισμὸς τοῦ λειπομένου γίνεται. ...

Ἐπειδὴ πάντα ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς καλὰ λίαν ἐστίν͵ ἑκάστῳ φημὶ δεῖν τῶν ὄντων ἐνθεωρεῖσθαι τὴν τοῦ καλοῦ τελειότητα. Ἡ γὰρ τοῦ λίαν προσθήκη διὰ τῆς ἐπιτατικῆς σημασίας σαφῶς ἐνδείκνυται τὸ ἀνελλειπὲς εἰς τελείωσιν. Ὡς γὰρ ἐν τῇ γενέσει τῶν ζώων μυρίας μὲν ἔστι διαφορὰς ἰδεῖν τῶν ἐν τούτοις γενῶν͵ τῷ δὲ καθολικῷ λόγῳ τῆς τῶν ὄντων ἀποδοχῆς ἁρμόζειν ἐφ΄ ἑκάστου φαμὲν κατὰ τὸ ἶσον τὸ καλὸν εἶναι λίαν, οὐ μὴν πρὸς τὸ φαινόμενον τὴν ἀποδοχὴν εἶναι͵ ἢ ἂν καὶ ἡ σκολόπενδρα καὶ ὁ χερσαῖος βάτραχος καὶ τὰ ἐκ τῆς σήψεως τῶν βορβόρων ζωογονούμενα͵ ἔχοι τὸ λίαν καλά, ἀλλ΄ οὐ πρὸς τὴν ὥραν τῶν γεγονότων ὁ θεῖος ὀφθαλμὸς βλέπων ἐν εὐχροίᾳ τινὶ καὶ εὐμορφίᾳ τὸ καλὸν ὁρίζεται͵ ἀλλ΄ ἐν τῷ ἕκαστον καθὸ ἔστι τελείαν ἐν ἑαυτῷ ἔχειν τὴν φύσιν. Οὐ γὰρ ἐν τῷ βοῦν μὴ εἶναι͵ τὸν ἵππον ἔστιν εἶναι͵ ἀλλ΄ ἐν ἑκάστῳ τούτων συντηρεῖ ἑαυτὴν ἡ φύσις͵ ἰδίας ἀφορμὰς πρὸς τὴν ἰδίαν διαμονὴν κεκτημένη͵ οὐκ ἐν φθορᾷ τῆς φύσεως͵ ἀλλ΄ εἰς τὴν τοῦ εἶναι δύναμιν ἔχουσα. Οὕτω κἂν ἑτέρως ἔχοι τὰ στοιχεῖα πρὸς ἄλληλα͵ ἀλλ΄ οὖν ἐφ΄ ἑαυτοῦ ἕκαστον καλόν ἐστι λίαν. Ἐφ΄ ἑαυτοῦ γὰρ κατὰ τὸν ἴδιον λόγον ἐν τῷ καλῷ συμπεπλήρωται. Καλόν ἐστιν ἡ γῆ· οὐ γὰρ τῆς ἀπωλείας τοῦ ἀέρος χρῄζει πρὸς τὸ εἶναι γῆ͵ ἀλλὰ μένει ἐν ταῖς ἰδίαις ποιότησι διὰ τῆς φυσικῆς αὐτῇ θεόθεν ἐγκειμένης δυνάμεως ἑαυτὴν συντηροῦσα. Καλὸν ὁ ἀήρ· οὐκ ἐν τῷ μὴ εἶναι τὴν γῆν͵ ἀλλ΄ ἐν ᾧ αὐτός ἐστι ταῖς κατὰ φύσιν ἐνυπαρχούσαις αὐτῷ δυνάμεσι πρὸς τὴν διαμονὴν ἐξαρκῶν. Οὕτω καὶ ὕδωρ λίαν καλὸν καὶ τὸ πῦρ καλόν ἐστι λίαν͵ ταῖς ἰδίαις ἑκάτερον συμπεπληρωμένον ποιότησι καὶ τῇ δυνάμει τοῦ θείου θελήματος κατὰ τὰ ἴδια μέτρα τῆς πρώτης γενέσεως εἰς τὸ διηνεκὲς παραμένον. ...

Τίς οὖν ἡ φύσις; Οὐδὲν τῶν στοιχειωδῶς ἐν τῇ συστάσει τοῦ περιγείου κόσμου θεωρουμένων ἄτρεπτόν τε καὶ ἀναλλοίωτον παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ τῶν ὅλων πεποίηται, ἀλλὰ πάντα ἐν ἀλλήλοις ἐστὶ καὶ δι΄ ἀλλήλων διακρατεῖται͵ τῆς τρεπτῆς δυνάμεως διά τινος ἐγκυκλίου περιφορᾶς πάντα εἰς ἄλληλα τὰ γεώδη μεταβαλλούσης καὶ ἀπ΄ ἀλλήλων εἰς ἑαυτὰ πάλιν ἐπαναγούσης· αὐτῆς δὲ τῆς ἀλλοιώσεως ἀπαύστως ἐν τοῖς στοιχείοις ἐνεργουμένης͵ ἀνάγκη πάντα εἰς ἄλληλα μεταβαίνειν͵ ἐξιστάμενά τε ἀπ΄ ἀλλήλων καὶ πάλιν κατὰ τὸ ἶσον ἀλλήλοις ἐπεμβαίνοντα. Οὐ γὰρ ἄν τι τούτων φυλαχθείη ἐφ΄ ἑαυτοῦ͵ εἰ μὴ ἡ πρὸς τὸ ἑτερογενὲς ἐπιμιξία διακρατοίη τὴν φύσιν. ... Ὅτι μὲν οὖν ἑκάστου τῶν γινομένων θαυμάτων λόγος τις θεῖος καθηγεῖται προστακτικός͵ οὕτω τοῦ Μωσέως ἱστορικῶς ἡμᾶς τὰ ὑψηλὰ τῶν δογμάτων διδάσκοντος͵ ἐν τοῖς φθάσασιν ἐξητάσαμεν λόγοις͵ ἐν οἷς τοῦτο κατενοήσαμεν͵ τὸ μὴ πρόσταγμα εἶναι διὰ ῥημάτων γινόμενον τὴν θείαν φωνήν͵ ἀλλὰ τὴν τεχνικήν τε καὶ σοφὴν δύναμιν ἑκάστου τῶν γινομένων͵ καθ΄ ἣν ἐνεργεῖται τὰ ἐν τοῖς οὖσι θαύματα͵ τοῦτο Λόγον Θεοῦ καὶ εἶναι καὶ λέγεσθαι, καὶ ὅτι παντὸς ἀθρόως τοῦ κατὰ τὴν κτίσιν πληρώματος ἐν τῷ πρώτῳ τοῦ Θεοῦ θελήματι συστάντος͵ ἡ ἀναγκαίως κατὰ τὴν ἐγκειμένην τοῖς οὖσι σοφίαν ἑπομένη τάξις πρὸς τὴν ἑκάστου τῶν στοιχείων ἀνάδειξιν τῶν θείων προσταγμάτων τὴν ἀκολουθίαν ἔχει. Συνελὼν γὰρ ἐν τῇ πρώτῃ τῆς αἰσθητικῆς κτίσεως ὑποστάσει͵ περιληπτικῇ φωνῇ͵ τὸ πᾶν ὁ Μωσῆς ἐνεδείξατο εἰπών· Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Τὸ οὖν πλήρωμα τῶν ὄντων εἰπὼν ὅτι ἐποίησεν͵ καθεξῆς ἐν τάξει τινὶ φυσικῇ τὴν γινομένην ἑκάστου τῶν ὄντων ἀνάδειξιν ἐπισημειοῦται τῷ λόγῳ. ...

Εἰ δέ τις ἡμᾶς ἀπαιτοίη καὶ περὶ τοῦ τρίτου οὐρανοῦ λόγον͵ ὃν Μωσῆς μὲν οὐκ ἔγραψεν͵ Παῦλος δὲ εἶδεν καὶ ἐν αὐτῷ καθάπερ ἐν ἀδύτοις τισὶ τῆς σοφίας γενόμενος τῶν ἀῤῥήτων ἐπηκροάσατο͵ τοῦτό φαμεν͵ ὅτι οὐκ ἔξω τῶν ἐξητασμένων ὁ τρίτος ἐκεῖνος οὐρανός ἐστι. Δοκεῖ γάρ μοι ὁ μέγας Ἀπόστολος, ὁ πᾶσι τοῖς ἔμπροσθεν ἑαυτὸν ἐπεκτείνων͵ διαβὰς πάσης τῆς αἰσθητῆς φύσεως τοὺς ὅρους͵ εἰς τὴν νοητὴν κατάστασιν παρεισδῦναι͵ οὐ σωματικῆς ἀκριβῶς γινομένης αὐτῷ τῆς τῶν νοητῶν θεωρίας. Τοῦτο γὰρ καὶ αὑτὸς τῷ ἰδίῳ λόγῳ παρασημαίνεται εἰπὼν ὅτι, εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα͵ εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα· ὁ Θεὸς οἶδεν ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Τὸ οὖν ἀκρότατον τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου τρίτον οἶμαι οὐρανὸν προειρηκέναι τὸν Παῦλον͵ τριχῆ μὲν τεμόντα πᾶν τὸ φαινόμενον͵ κατὰ δὲ τὴν συνήθειαν τῆς Γραφῆς͵ ἕκαστον τῶν τμημάτων τούτων οὐρανὸν ὀνομάσαντα. Ὁ γὰρ τῆς Γραφῆς λόγος͵ ἐν καταχρήσει τινὶ ῥημάτων͵ ἕνα μὲν οὐρανὸν ὀνομάζει͵ τὸν ὅρον τοῦ παχυμερεστέρου ἀέρος͵ μέχρις οὗ καὶ νέφη καὶ ἄνεμοι καὶ ἡ τῶν ὑψιπετῶν ὀρνέων φέρεται φύσις. Καὶ γὰρ καὶ νεφέλας οὐρανοῦ λέγει καὶ πετεινὰ οὐρανοῦ· καὶ οὐχ ἁπλῶς οὐρανὸν λέγει τοῦτον͵ ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦ στερεώματος. Λέγει γὰρ͵ Ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν καὶ πετεινὰ πετόμενα ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ.

Εἶτα τὸ ἕτερον͵ οὐρανόν τε καὶ στερέωμα κατονομάζει͵ τὸ μετὰ τὴν ἀπλανῆ σφαῖραν περὶ τὸ ἐντὸς θεωρούμενον͵ ἐν ᾧ οἱ πλανῆται τῶν ἀστέρων διαπορεύονται. Λέγει γὰρ͵ ὅτι Ἐποίησεν ὁ Θεὸς τοὺς φωστῆρας τοὺς μεγάλους καὶ ἔθετο αὐτοὺς ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ͵ ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς. Παντὶ δὲ πρόδηλον τῷ ὁπωσοῦν ἐπεσκεμμένῳ τὴν τοῦ παντὸς διακόσμησιν͵ ὅσον ὑποβέβληκε ταῦτα περὶ τὴν ἄνω φορὰν καὶ αὐτὸ δὲ τὸ ἀκρότατον τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου͵ ὃ μεθόριον τῆς νοητῆς κτίσεως͵ στερέωμά τε καὶ οὐρανὸν ὀνομάζει. Ὁ οὖν ἐπιθυμητὴς τῶν ὑπὲρ λόγον καὶ σκοπῶν καθὼς καὶ ἡμῖν ἐγκελεύεται μηδὲν τῶν βλεπομένων· ὅτι τὰ μὲν βλεπόμενα πρόσκαιρα͵ τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια, ὅπου αὐτὸν ἡ ἐπιθυμία ἐπῆρεν͵ ἐκεῖ ἐγένετο ὑψωθεὶς τῇ δυνάμει. Τοῦτο ἐπιθυμητὸν αὐτῷ προδεικνύντος καὶ ἀντὶ εἰπεῖν͵ Οἶδα ἄνθρωπον πᾶσαν τὴν αἰσθητὴν διαβάντα κτίσιν καὶ ἐν τοῖς ἀδύτοις τῆς νοητῆς γενόμενον φύσεως· ἐπειδὴ ἐκ παιδὸς τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδεν͵ ταῖς γραφικαῖς φωναῖς διασημαίνει τὸ ὄνομα͵ τρίτον οὐρανὸν ὀνομάσας τὴν τῶν τριῶν τούτων τῶν ἐν τῷ παντὶ θεωρουμένων τμημάτων διέξοδον· κατέλιπε γὰρ τὸν ἀέρα· παρέδραμε καὶ τὴν διὰ μέσου τῶν ἀστέρων κυκλοφορίαν· ἐπέρασε δὲ καὶ τὴν ἄκραν τῶν αἰθερίων ὅρων περιβολὴν καὶ ἐν τῇ στασίμῳ καὶ νοητῇ φύσει γενόμενος͵ οἶδε τὰ τοῦ παραδείσου κάλλη καὶ ἤκουσεν ἃ ἀνθρωπίνη φύσις οὐ φθέγγεται.


Βάπτισμα

ΒΑΠΤΙΣΜΑ ἐστὶν ἁμαρτιῶν κάθαρσις͵ ἄφεσις πλημμελημάτων͵ ἀνακαινισμοῦ καὶ ἀναγεννήσεως αἰτία͵ ἀναγέννησιν δὲ νόησον ἐννοίᾳ θεωρουμένην͵ ὀφθαλμοῖς οὐ βλεπομένην· οὐ γὰρ ὄντως κατὰ τὸν Ἑβραῖον Νικόδημον καὶ τὴν ἐκείνου παχυτέραν διάνοιαν τὸν πρεσβύτην ἐναλλάξομεν εἰς παιδίον οὔτε τὸν ῥυσὸν πεπολιωμένον εἰς ἁπαλὸν καὶ νέον μετασκευάσομεν ἢ πάλιν εἰς τὴν γαστέρα τῆς μητρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐπανάξομεν͵ ἀλλὰ τὸν κατεστιγμένον ταῖς ἁμαρτίαις καὶ κακοῖς ἐπιτηδεύμασιν ἐμπαλαιωθέντα χάριτι βασιλικῇ ἐπανάγομεν εἰς τὸ τοῦ βρέφους ἀνεύθυνον. Ὡς γὰρ τὸ εὐθύτοκον παιδίον ἐλεύθερόν ἐστιν ἐγκλημάτων καὶ τιμωριῶν͵ οὕτως καὶ ὁ τῆς ἀναγεννήσεως παῖς οὐκ ἔχει περὶ τίνος ἀπολογήσεται βασιλικῇ δωρεᾷ τῶν εὐθυνῶν ἀφεθείς. Ταύτην δὲ τὴν εὐεργεσίαν οὐ τὸ ὕδωρ χαρίζεται (ἦν γὰρ ἂν πάσης τῆς κτίσεως ὑψηλότερον)͵ ἀλλὰ Θεοῦ πρόσταγμα καὶ ἡ τοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτησις μυστικῶς ἐρχομένη πρὸς τὴν ἡμετέραν ἐλευθερίαν͵ ὕδωρ δὲ ὑπηρετεῖ πρὸς ἔνδειξιν τῆς καθάρσεως. Ἐπειδὴ γὰρ εἰώθαμεν ῥύπῳ καὶ βορβόρῳ τὸ σῶμα καθυβρισθὲν ὕδατι νίπτοντες καθαρὸν ἀποφαίνειν͵ διὰ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῆς μυστικῆς πράξεως αὐτὸ προσλαμβάνομεν τῷ αἰσθητῷ πράγματι τὴν ἀσώματον δηλοῦντες λαμπρότητα. Μᾶλλον δὲ͵ εἰ δοκεῖ͵ καὶ λεπτότερον προσκαρτερήσωμεν τῇ περὶ τοῦ λουτροῦ ζητήσει οἷον ἐκ πηγῆς τινος ἀρξάμενοι τοῦ γραφικοῦ παραγγέλματος· Ἐὰν μή τις γεννηθῇ͵ φησίν͵ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος͵ οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ θεοῦ. Διὰ τί τὰ δύο καὶ οὐχὶ μόνον τὸ Πνεῦμα αὔταρκες ἐνομίσθη πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ βαπτίσματος;

Σύνθετος ὁ ἄνθρωπος καὶ οὐχ ἁπλοῦς͵ ὡς ἀκριβῶς ἐπιστάμεθα͵ καὶ διὰ τοῦτο τῷ διπλῷ καὶ συνεζευγμένῳ τὰ συγγενῆ καὶ ὅμοια φάρμακα πρὸς θεραπείαν ἀπεκληρώθη͵ σώματι μὲν τῷ φαινομένῳ ὕδωρ τὸ αἰσθητόν͵ ψυχῇ δὲ τῇ ἀοράτῳ πνεῦμα τὸ ἀφανὲς πίστει καλούμενον͵ ἀρρήτως παραγινόμενον. Τὸ γὰρ Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ͵ καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις͵ ἀλλ΄ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει. Εὐλογεῖ τὸ σῶμα τὸ βαπτιζόμενον καὶ τὸ ὕδωρ τὸ βαπτίζον. Διὸ μὴ καταφρονήσῃς τοῦ θείου λουτροῦ μηδὲ ὡς κοινὸν αὐτὸ ἐξευτελίσῃς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ὕδατος· τὸ γὰρ ἐνεργοῦν μέγα καὶ ἀπ΄ ἐκείνου θαυμαστὰ γίνεται τὰ τελούμενα. Ἐπεὶ καὶ τὸ θυσιαστήριον τοῦτο τὸ ἅγιον͵ ᾧ παρεστήκαμεν͵ λίθος ἐστὶ κατὰ τὴν φύσιν κοινὸς οὐδὲν διαφέρων τῶν ἄλλων πλακῶν͵ αἳ τοὺς τοίχους ἡμῶν ἐπικοσμοῦσι καὶ καλλωπίζουσι τὰ ἐδάφη͵ ἐπειδὴ δὲ καθιερώθη τῇ τοῦ Θεοῦ θεραπείᾳ καὶ τὴν εὐλογίαν ἐδέξατο͵ ἔστι τράπεζα ἁγία͵ θυσιαστήριον ἄχραντον οὐκέτι παρὰ πάντων ψηλαφώμενον ἀλλὰ μόνων τῶν ἱερέων καὶ τούτων εὐλαβουμένων. Ὁ ἄρτος πάλιν ἄρτος ἐστὶ τέως κοινός͵ ἀλλ΄ ὅταν αὐτὸν τὸ μυστήριον ἱερουργήσῃ͵ σῶμα Χριστοῦ λέγεταί τε καὶ γίνεται. Οὕτως τὸ μυστικὸν ἔλαιον͵ οὕτως ὁ οἶνος͵ ὀλίγου τινὸς ἄξια ὄντα πρὸ τῆς εὐλογίας μετὰ τὸν ἁγιασμὸν τὸν παρὰ τοῦ Πνεύματος ἑκάτερον αὐτῶν ἐνεργεῖ διαφόρως. Ἡ αὐτὴ δὲ τοῦ Λόγου δύναμις καὶ τὸν ἱερέα ποιεῖ σεμνὸν καὶ τίμιον τῇ καινότητι τῆς εὐλογίας τῆς πρὸς τοὺς πολλοὺς κοινότητος χωριζόμενον· χθὲς γὰρ καὶ πρώην εἷς ὑπάρχων τῶν πολλῶν καὶ τοῦ δήμου ἀθρόον ἀποδείκνυται καθηγεμών͵ πρόεδρος͵ διδάσκαλος εὐσεβείας͵ μυστηρίων λανθανόντων μυσταγωγός· καὶ ταῦτα ποιεῖ μηδὲν τοῦ σώματος ἢ τῆς μορφῆς ἀμειφθείς͵ ἀλλ΄ ὑπάρχων κατὰ τὸ φαινόμενον ἐκεῖνος ὃς ἦν͵ ἀοράτῳ δέ τινι δυνάμει καὶ χάριτι τὴν ἀόρατον ψυχὴν μεταμορφωθεὶς πρὸς τὸ βέλτιον. ...

Kαὶ ἵνα συνελὼν εἴπω͵ πανταχοῦ ἡ τοῦ Θεοῦ δύναμις καὶ ἐνέργεια ἀκατάληπτός ἐστι καὶ ἀτεχνολόγητος ὑφιστῶσα μὲν εὐκόλως ἅπερ ἂν ἐθέλῃ͵ τὴν δὲ λεπτομερῆ γνῶσιν τῆς ἐνεργείας ἡμῖν ἀποκρύψασα. ... Τί δέ φησι τὸ τοῦ δεσπότου παράγγελμα; Βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Πῶς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός; Ἐπειδὴ ἀρχὴ τῶν πάντων. Πῶς εἰς τὸν Υἱόν; Ἐπειδὴ δημιουργὸς τῆς κτίσεως. Πῶς εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον; Ἐπειδὴ τελειωτικὸν τῶν πάντων. Ὑποκύπτομεν οὖν Πατρί͵ ἵνα ἁγιασθῶμεν· ὑποκύπτομεν καὶ Υἱῷ͵ ἵνα αὐτὸ τοῦτο γένηται· Ὑποκύπτομεν καὶ ἁγίῳ Πνεύματι͵ ἵνα τοῦτο γενώμεθα ὅπερ ἐκεῖνό ἐστι καὶ λέγεται. ... Καλὸν δὲ λοιπὸν τῷ φιλανθρώπῳ τῆς τοσαύτης δωρεᾶς χορηγῷ προσαναπαῦσαι τὸν λόγον φωνὴν ὀλίγην ὑπὲρ πραγμάτων μεγάλων τὴν ἀμοιβὴν ἀντεισφέροντας. Σὺ γὰρ ἀληθῶς ὑπάρχεις δέσποτα καθαρὰ καὶ ἀέναος τῆς ἀγαθωσύνης πηγή͵ ὃς ἀπεστράφης ἡμᾶς δικαίως καὶ ἠλέησας φιλανθρώπως͵ ἐμίσησας καὶ διηλλάγης͵ κατηράσω καὶ εὐλόγησας͵ ἐξώρισας τοῦ παραδείσου καὶ πάλιν ἀνεκαλέσω͵ ἐξέδυσας τὰ φύλλα τῆς συκῆς τὴν ἀσχήμονα σκέπην καὶ περιέβαλες ἱμάτιον πολυτίμητον͵ ἤνοιξας τὸ δεσμωτήριον καὶ ἀφῆκας τοὺς κατακεκριμένους͵ ἐρράντισας ὕδατι καθαρῷ καὶ τῶν ῥύπων ἐκάθαρας. Οὐκέτι καλούμενος παρά σου ὁ Ἀδὰμ αἰσχυνθήσεται οὐδὲ παρὰ τοῦ συνειδότος ἐλεγχόμενος ἐγκαλύψεται ὑπὸ τῇ λόχμῃ τοῦ παραδείσου κρυπτόμενος οὔτε μὴν ἡ φλογίνη ῥομφαία κυκλώσει τὸν παράδεισον ἀπρόσιτον τοῖς ἐγγίζουσι ποιοῦσα τὴν εἴσοδον͵ πάντα δὲ ἡμῖν τοῖς κληρονόμοις τῆς ἁμαρτίας μετεσκευάσθη πρὸς εὐφροσύνην. Καὶ βατὸς μὲν ἀνθρώπῳ παράδεισος καὶ οὐρανὸς αὐτός͵ συνηρμόσθη δὲ εἰς φιλίαν ἡ κτίσις ἡ ἐγκόσμιός τε καὶ ὑπερκόσμιος πάλαι πρὸς ἑαυτὴν στασιάζουσα καὶ ἄνθρωποι τοῖς ἀγγέλοις ἐγενόμεθα σύμφωνοι τὴν αὐτὴν ἐκείνοις εὐσεβοῦντες θεολογίαν. Διὰ δὴ ταῦτα πάντα τὸν τῆς χαρᾶς ὕμνον ἄσωμεν τῷ Θεῷ͵ ὃν στόμα τῷ Πνεύματι κάτοχον πάλαι προφητικῶς ἐξεβόησεν· Ἀγαλλιάσθω ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ· ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης περιέβαλέ μοι͵ ὡς νυμφίῳ περιέθηκέ μοι μίτραν καὶ ὡς νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμῳ. Κοσμήτωρ δὲ πάντως τῆς νύμφης ὁ Χριστὸς ὁ ὢν καὶ πρόων καὶ ἐσόμενος͵ εὐλογητὸς νῦν καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων͵ ἀμήν.


Ὁ Θεὸς ἔχει ἔρθει μέσα στὸν ἄνθρωπο

ΤΟ ἐν τῇ φύσει γενέσθαι ἡμῶν τὴν θεότητα τοῖς μὴ λίαν μικροψύχως κατανοοῦσι τὰ ὄντα οὐδένα ἂν ἐκ τοῦ εὐλόγου ξενισμὸν ἐπαγάγοι. Τίς γὰρ οὕτω νήπιος τὴν ψυχὴν ὡς εἰς τὸ πᾶν βλέπων μὴ ἐν παντὶ πιστεύειν εἶναι τὸ θεῖον͵ καὶ ἐνδυόμενον καὶ ἐμπεριέχον καὶ ἐγκαθήμενον; Τοῦ γὰρ ὄντος ἐξῆπται τὰ ὄντα καὶ οὐκ ἔνεστιν εἶναί τι μὴ ἐν τῷ ὄντι τὸ εἶναι ἔχον. Εἰ οὖν ἐν αὐτῷ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσιν ἐκεῖνο͵ τί ἐπαισχύνονται τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ μυστηρίου τοῦ θεὸν ἐν ἀνθρώπῳ γεγενῆσθαι διδάσκοντος τὸν οὐδὲ νῦν ἔξω τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πεπιστευμένον; Εἰ γὰρ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐν ἡμῖν τοῦ θεοῦ παρουσίας οὐχ ὁ αὐτὸς οὗτος ἐκείνῳ͵ ἀλλ΄ οὖν τὸ ἐν ἡμῖν εἶναι καὶ νῦν καὶ τότε κατὰ τὸ ἴσον διωμολόγηται. Νῦν μὲν οὖν ἐγκέκραται ἡμῖν ὡς συνέχων ἐν τῷ εἶναι τὴν φύσιν, τότε δὲ κατεμίχθη πρὸς τὸ ἡμέτερον͵ ἵνα τὸ ἡμέτερον τῇ πρὸς τὸ θεῖον ἐπιμιξίᾳ γένηται θεῖον͵ ἐξαιρεθὲν τοῦ θανάτου καὶ τῆς τοῦ ἀντικειμένου τυραννίδος ἔξω γενόμενον. Ἡ γὰρ ἐκείνου ἀπὸ τοῦ θανάτου ἐπάνοδος ἀρχὴ τῷ θνητῷ γένει τῆς εἰς τὴν ἀθάνατον ζωὴν ἐπανόδου γίγνεται.


Ὁ Χριστὸς γεννιέται συνεχῶς

ΤO Πρὸ πάντων βουνῶν γεννᾷ με ἐμφαίνει πάντοτε γεννώμενον τοῖς ἀνθρώποις ὑπὸ τοῦ Πατρὸς τὸν Σωτῆρα· καὶ τὸ Σήμερον γεγέννηκά σε καίτοι προγεγεννημένον καὶ ἀεὶ συνόντα, ὑπὸ χρόνου μέρει τὸ σήμερον ἄγουσα ἡ γραφὴ σημαίνει ἀεὶ τοῖς καθεξῆς προϊοῦσιν αὐτὸν συγγεννᾶσθαι͵ ἄχρις οὗ τὸ σήμερον καλεῖται. Eἴ ποτε δὲ τὸ σήμερον τοῦ κόσμου τούτου συμπεριορισθείη τοῖς τέλεσιν͵ οὐκέτι γεννᾶται͵ ἀλλ΄ ἅπαξ τοῖς ἅπασι γεγεννημένος καὶ πάντων κριτὴς καὶ δικαστὴς καθεσθεὶς ζώντων καὶ νεκρῶν εἰς αἰῶνα βασιλεύσει σὺν τῷ Πατρί.

ΘΕΟΤΟΚΟΣ ὁ κυρίως καί κατ᾿ ἀλήθειαν εἶναι Θεοτόκον τήν ἁγίαν Παρθένον πιστεύων [ὁ πρός μόνην εὐσεβῶς τήν δήλωσιν τῆς ἐν Χριστῷ σωζομένης τῶν ἐξ ὧν ἐστι φύσεων διαφορᾶς τῷ ἀριθμῷ χρώμενος μετά τήν ἕνωσιν], ὅτι περ αὐτόν ἀντί σπορᾶς συλλαβοῦσα τόν Λόγον, κεκύεκέ τε καί τέτοκεν ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα, τόν αὐτόν ἐνεργοῦντα τά θαύματα, τόν αὐτόν τῆς τῶν ἀνθρωπίνων παθημάτων κατά θέλησιν ἀνεχόμενον πείρας τόν αὐτόν σταυρωθέντα, ταφέντα, ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ κατά τάς Γραφάς, ἀναληφθέντα σεσαρκωμένον εἰς οὐρανούς, ἐξ ὧν ἄσαρκος πρός ἡμᾶς κατελήλυθεν, ὡς οἶδεν αὐτός, ὁ μηδεμίαν ἔχων ὡς Θεός κατά φύσιν τήν ἐκ τόπων εἰς τόπους μετάβασιν. Φύσει γάρ ἄπειρος καί διά τοῦτο μηδενί τρόπῳ τοῖς οὖσι χωρούμενος, ὡς πάσης περιγραφῆς ὑπάρχων ἐλεύθερος καί φύσει φιλάνθρωπος καί διά τοῦτο τῆς ἡμῶν κατά θέλησιν σαρκικῆς γεννήσεως ἀνασχόμενος καί χωρητός τοῖς ἡμετέροις γενόμενος, τόν αὐτόν ἤξοντα μετά τῆς ἑκάστω δοῦναι τήν κατ’ ἀξίαν ἡτοιμασμένων διανομήν.


Δίνει στὸ πρόσωπο τῆς Ἐκκλησίας τὴ Μορφὴ τοῦ δικοῦ Του χαρακτήρα

ΤΟΝ ΘΕΙΟΝ Ἀπόστολον πρὸς τὴν τῶν μυστηρίων τούτων ἑρμηνείαν παραληψόμεθα· φησὶ γάρ που τῶν ἑαυτοῦ λόγων ἐκεῖνος πρὸς Ἐφεσίους γράφων͵ ὅτε τὴν μεγάλην οἰκονομίαν τῆς διὰ σαρκὸς γεγενημένης θεοφανείας ἡμῖν διηγήσατο͵ ὅτι οὐ μόνον ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐπαιδεύθη τὰ θεῖα διὰ τῆς χάριτος ταύτης μυστήρια͵ ἀλλὰ καὶ ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐγνωρίσθη ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ θεοῦ διὰ τῆς κατὰ Χριστὸν ἐν τοῖς ἀνθρώποις οἰκονομίας φανερωθεῖσα. Ἔχει δὲ ἡ λέξις οὕτως· Ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ κατὰ πρόθεσιν τῶν αἰώνων ἣν ἐποίησεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν͵ ἐν ᾧ ἔχομεν τὴν παρρησίαν καὶ προσαγωγὴν ἐν πεποιθήσει διὰ τῆς πίστεως αὐτοῦ· τῷ ὄντι γὰρ διὰ τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζεται ταῖς ὑπερκοσμίοις δυνάμεσιν ἡ ποικίλη τοῦ Θεοῦ σοφία ἡ διὰ τῶν ἐναντίων θαυματουργήσασα τὰ μεγάλα θαυμάσια͵ πῶς γέγονε διὰ θανάτου ζωὴ καὶ δικαιοσύνη διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ διὰ κατάρας εὐλογία καὶ δόξα διὰ τῆς ἀτιμίας καὶ διὰ τῆς ἀσθενείας ἡ δύναμις· μόνην γὰρ ἐν τοῖς πρὸ τούτου χρόνοις τὴν ἁπλῆν τε καὶ μονοειδῆ τοῦ Θεοῦ σοφίαν αἱ ὑπερκόσμιοι δυνάμεις ἐγίνωσκον καταλλήλως ἐνεργοῦσαν τῇ φύσει τὰ θαύματα (καὶ ποικίλον ἦν ἐν τοῖς ὁρωμένοις οὐδὲν ἐν τῷ δύναμιν οὖσαν τὴν θείαν φύσιν πᾶσαν τὴν κτίσιν κατ΄ ἐξουσίαν ἐργάζεσθαι ἐν μόνῃ τῇ ὁρμῇ τοῦ θελήματος τὴν τῶν ὄντων φύσιν εἰς γένεσιν ἄγουσαν καὶ ποιεῖν τὰ πάντα καλὰ λίαν τὰ ἀπὸ τῆς τοῦ καλοῦ πηγῆς ἀναβρύοντα)͵ τὸ δὲ ποικίλον τοῦτο τῆς σοφίας εἶδος τὸ ἐκ τῆς πρὸς τὰ ἐναντία διαπλοκῆς συνιστάμενον νῦν διὰ τῆς Ἐκκλησίας σαφῶς ἐδιδάχθησαν͵ πῶς ὁ Λόγος σὰρξ γίνεται͵ πῶς ἡ ζωὴ θανάτῳ μίγνυται͵ πῶς τῷ ἰδίῳ μώλωπι τὴν ἡμετέραν ἐξιᾶται πληγήν͵ πῶς τῇ ἀσθενείᾳ τοῦ σταυροῦ καταπαλαίει τοῦ ἀντικειμένου τὴν δύναμιν͵ πῶς τὸ ἀόρατον ἐν σαρκὶ φανεροῦται͵ πῶς ἐξωνεῖται τοὺς αἰχμαλώτους αὐτός τε ὢν ὁ ὠνούμενος καὶ αὐτὸς χρῆμα γινόμενος (ἑαυτὸν γὰρ ἔδωκε λύτρον ὑπὲρ ἡμῶν τῷ θανάτῳ)͵ πῶς καὶ ἐν τῷ θανάτῳ γίνεται καὶ τῆς ζωῆς οὐκ ἐξίσταται͵ πῶς καὶ τῇ δουλείᾳ καταμίγνυται καὶ ἐν τῇ βασιλείᾳ μένει· ταῦτα γὰρ πάντα καὶ τὰ τοιαῦτα ποικίλα ὄντα καὶ οὐχ ἁπλᾶ τῆς σοφίας ἔργα διὰ τῆς Ἐκκλησίας οἱ φίλοι τοῦ Νυμφίου μαθόντες ἐκαρδιώθησαν͵ ἄλλον χαρακτῆρα τῆς θείας σοφίας ἐν τῷ μυστηρίῳ κατανοήσαντες.

Εἰ δὲ μὴ τολμηρόν ἐστιν εἰπεῖν͵ τάχα κἀκεῖνοι διὰ τῆς νύμφης τὸ τοῦ Nυμφίου κάλλος ἰδόντες ἐθαύμασαν τὸ πᾶσι τοῖς οὖσιν ἀόρατόν τε καὶ ἀκατάληπτον· ὃν γὰρ Οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε͵ καθώς φησιν Ἰωάννης͵ Οὐδὲ ἰδεῖν τις δύναται͵ καθὼς ὁ Παῦλος μαρτύρεται͵ οὗτος σῶμα ἑαυτοῦ τὴν Ἐκκλησίαν ἐποίησε καὶ διὰ τῆς προσθήκης τῶν σῳζομένων οἰκοδομεῖ ἑαυτὸν ἐν ἀγάπῃ͵ Μέχρις ἂν καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς ἄνδρα τέλειον͵ εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ. Εἰ οὖν σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία͵ κεφαλὴ δὲ τοῦ σώματος ὁ Χριστὸς τῷ ἰδίῳ χαρακτῆρι μορφῶν τῆς Ἐκκλησίας τὸ πρόσωπον͵ τάχα διὰ τοῦτο πρὸς ταύτην βλέποντες οἱ φίλοι τοῦ Νυμφίου ἐκαρδιώθησαν͵ ὅτι τρανότερον ἐν αὐτῇ τὸν ἀόρατον βλέπουσιν· καθάπερ οἱ αὐτὸν τοῦ ἡλίου τὸν κύκλον ἰδεῖν ἀδυνατοῦντες͵ διὰ δὲ τῆς τοῦ ὕδατος αὐγῆς εἰς αὐτὸν ὁρῶντες͵ οὕτω κἀκεῖνοι ὡς ἐν κατόπτρῳ καθαρῷ τῇ Ἐκκλησίᾳ τὸν τῆς δικαιοσύνης ἥλιον βλέπουσι τὸν διὰ τοῦ φαινομένου κατανοούμενον. Τούτου χάριν οὐχ ἅπαξ εἴρηται τῇ νύμφῃ παρὰ τῶν φίλων τὸ ἐκαρδίωσας ἡμᾶς (ὅπερ ἐστὶν ὅτι ψυχήν τινα καὶ διάνοιαν πρὸς τὴν τοῦ φωτὸς κατανόησιν δι΄ ἑαυτῆς ἡμῖν ἐνεποίησας)͵ ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸν αὐτὸν ἐπαναλαμβάνουσι λόγον ἀξιοπιστίαν προστιθέντες τῷ λεγομένῳ διὰ τῆς δευτερώσεως· λέγουσι γὰρ ἐπαναλαμβάνοντες ὅτι Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς ἑνὶ ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου. Τοῦτό ἐστι μάλιστα ὃ τὴν θαυμαστικὴν ἐνεποίησε τοῖς φίλοις περὶ τῆς νύμφης διάθεσιν· διπλῆς γὰρ οὔσης τῇ ψυχῇ τῆς ὀπτικῆς ἐνεργείας καὶ τῆς μὲν τὴν ἀλήθειαν ὁρώσης͵ τῆς δὲ ἑτέρας περὶ τὰ μάταια πλανωμένης͵ ἐπειδὴ περὶ μόνην τοῦ ἀγαθοῦ τὴν φύσιν ἀνέῳκται τῆς νύμφης ὁ καθαρὸς ὀφθαλμός͵ ἀργεῖ δὲ ὁ ἕτερος͵ τούτου χάριν τῷ ἑνὶ τῶν ὀφθαλμῶν προσάγουσιν οἱ φίλοι τὸν ἔπαινον͵ δι΄ οὗ μόνου θεωρεῖ τὸν μόνον͵ ἐκεῖνον λέγω τὸν μόνον τὸν ἐν τῇ ἀτρέπτῳ τε καὶ ἀϊδίῳ καταλαμβανόμενον φύσει͵ τόν τε ἀληθινὸν Πατέρα καὶ τὸν μονογενῆ Υἱὸν καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα· μόνον γάρ ἐστιν ὡς ἀληθῶς τὸ ἐν μιᾷ θεωρούμενον φύσει͵ μηδένα χωρισμὸν ἢ ἀλλοτρίωσιν τῆς κατὰ τὰς ὑποστάσεις διαφορᾶς ἐμποιούσης.


Αὑτογνωσία

ΑΚΟΥΣΩΜΕΝ͵ τί ἡ ἄμπελος ἡ εὐθηνοῦσα περὶ τῶν καρπῶν ἑαυτῆς διαλέγεται ἡ ἐν πᾶσι τοῖς κλίτεσι τῆς τοῦ θεοῦ οἰκίας͵ καθώς φησιν ὁ προφήτης͵ διηπλωμένη καὶ διὰ τῶν τῆς ἀγάπης ἑλίκων περιελισσομένη τῇ θείᾳ τε καὶ ἀκηράτῳ ζωῇ. Βότρυς͵ φησί͵ τῆς κύπρου ἀδελφιδός μου ἐμοὶ ἐν ἀμπελῶνι ἐν Γαδί. Τίς οὕτω μακάριος͵ μᾶλλον δὲ τίς οὕτω κρείττων πάσης μακαριότητος͵ ὥστε τὸν ἴδιον καρπὸν βλέπων ἐν αὐτῷ τῷ βότρυϊ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς ὁρᾶν τὸν τοῦ ἀμπελῶνος δεσπότην; Ἰδοὺ γὰρ ὅσον ηὐξήθη ἐν τῇ ἰδίᾳ νάρδῳ τοῦ νυμφίου ἐπιγνοῦσα τὴν εὔπνοιαν· ἡ στακτὴν αὐτὸν εὐώδη ποιησαμένη καὶ διαλαβοῦσα τῷ τῆς καρδίας ἐνδέσμῳ τὸ ἄρωμα͵ ὡς ἂν παραμένοι αὐτῇ τὸ ἀγαθὸν διὰ παντὸς ἀδιάπνευστον͵ μήτηρ τοῦ θείου βότρυος γίνεται τοῦ πρὸ μὲν τοῦ πάθους κυπρίζοντος͵ ὅπερ ἐστὶν ἀνθοῦντος͵ ἐν δὲ τῷ πάθει τὸν οἶνον προχέοντος. Ὁ γὰρ τὴν καρδίαν ἡμῶν εὐφραίνων οἶνος αἷμα σταφυλῆς μετὰ τὴν τοῦ πάθους οἰκονομίαν γίνεταί τε καὶ ὀνομάζεται. διπλῆς οὖν οὔσης ἐν τῷ βότρυϊ τῆς ἀπολαύσεως͵ τῆς μὲν ἐκ τοῦ ἄνθους͵ ὅταν εὐφραίνῃ τῇ εὐοσμίᾳ τὰ αἰσθητήρια͵ τῆς δὲ διὰ τοῦ τελειωθέντος ἤδη καρποῦ͵ ὅταν ὑπάρχῃ κατ΄ ἐξουσίαν ἢ τῆς βρώσεως κατατρυφᾶν ἢ ἐν συμποσίοις τῷ οἴνῳ φαιδρύνεσθαι ἐνταῦθα ἡ νύμφη ἔτι τὸν ἀνθοῦντα βότρυν καρποφορεῖ κύπρον τὴν οἰνάνθην κατονομάζουσα. Tὸ γὰρ γεννηθὲν ἐν ἡμῖν παιδίον͵ ὁ Ἰησοῦς ὁ ἐν τοῖς δεξαμένοις αὐτὸν διαφόρως προκόπτων σοφίᾳ τε καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι οὐκ ἐν πᾶσιν ὁ αὐτός ἐστιν͵ ἀλλὰ πρὸς τὸ μέτρον τοῦ ἐν ᾧ γίνεται͵ καθὼς ἂν ὁ χωρῶν αὐτὸν ἱκανῶς ἔχῃ͵ τοιοῦτος φαίνεται ἢ νηπιάζων ἢ προκόπτων ἢ τελειούμενος κατὰ τὴν τοῦ βότρυος φύσιν͵ ὃς οὐ πάντοτε μετὰ τοῦ αὐτοῦ εἴδους ἐπὶ τῆς ἀμπέλου ὁρᾶται͵ ἀλλὰ συνεξαλλάσσει τῷ χρόνῳ τὸ εἶδος͵ ἀνθῶν͵ κυπρίζων͵ τελειούμενος͵ πεπαινόμενος͵ οἶνος γενόμενος.

Ἐπαγγέλλεται τοίνυν ἡ ἄμπελος τῷ ἰδίῳ καρπῷ͵ ὃς οὔπω μέν ἐστι πρὸς οἶνον ὥριμος͵ ἀλλ΄ ἀναμένει τὸ πλήρωμα τῶν καιρῶν͵ οὐ μὴν ὡς εἰς τρυφὴν ἀναπόλαυστος· τὴν ὄσφρησιν γὰρ εὐφραίνει ἀντὶ τῆς γεύσεως τῇ προσδοκίᾳ τῶν ἀγαθῶν τοῖς ἀτμοῖς τῆς ἐλπίδος ἡδύνων τὰ τῆς ψυχῆς αἰσθητήρια· τὸ γὰρ πιστόν τε καὶ ἀναμφίβολον τῆς ἐλπιζομένης χάριτος ἀπόλαυσις τοῖς δι΄ ὑπομονῆς ἀπεκδεχομένοις τὸ προσδοκώμενον γίνεται. Οὗτος οὖν ὁ τῆς κύπρου βότρυς ἐστί͵ βότρυς οἶνον ἐπαγγελλόμενος͵ οὔπω δὲ οἶνος γινόμενος͵ ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄνθους (ἡ δὲ ἐλπὶς τὸ ἄνθος ἐστί) τὴν ἐσομένην χάριν πιστούμενος. Ἡ δὲ τοῦ ἐν Γαδὶ προσθήκη σημαίνει τὸν πίονα χῶρον͵ ᾧ ἐνριζωθεῖσα ἡ ἄμπελος εὔτροφον καὶ ἡδὺν τὸν καρπὸν ἀπεργάζεται· οὕτω γὰρ οἱ τοπικῶς ἱστορήσαντες λέγουσι τὸν κλῆρον τοῦ Γὰδ ἐπιτηδείως ἔχειν πρὸς εὐτροφίαν βοτρύων. Ἐπειδὴ τοίνυν ὁ τῷ νόμῳ τοῦ Κυρίου σύμφωνον ἔχων τὸ θέλημα καὶ διὰ πάσης νυκτός τε καὶ ἡμέρας ταύτην τὴν μελέτην ποιούμενος ἀειθαλὲς γίνεται δένδρον ταῖς τῶν ὑδάτων ἐπιρροαῖς πιαινόμενος καὶ ἐν τῷ καθήκοντι καιρῷ τὸν καρπὸν παρεχόμενος͵ τούτου χάριν καὶ ἡ τοῦ νυμφίου ἄμπελος ἐν τῷ Γαδί͵ τῷ πίονι τούτῳ τόπῳ ἐρριζωμένη (τουτέστιν ἐν βαθείᾳ τῇ διανοίᾳ τῇ διὰ τῶν θείων διδαγμάτων καταρδομένῃ) καὶ αὔξουσα τὸν εὐανθῆ τοῦτον καὶ κυπρίζοντα βότρυν ἐκαρποφόρησεν͵ ᾧ τὸν γεωργόν τε καὶ φυτηκόμον ἑαυτῆς ἐνορᾷ. Ὡς μακάριον τὸ τοιοῦτον γεώργιον͵ οὗ ὁ καρπὸς πρὸς τὴν τοῦ νυμφίου ὁμοιοῦται μορφήν. Ἐπειδὴ γὰρ φῶς ἀληθινόν ἐστιν ἐκεῖνος καὶ ἀληθινὴ ζωὴ καὶ δικαιοσύνη ἀληθής͵ καθὼς ἡ Σοφία φησί͵ καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα͵ ὅταν τις διὰ τῶν ἔργων ταῦτα γένηται͵ ἃ ἐκεῖνός ἐστιν͵ οὗτος τὸν τῆς ἰδίας συνειδήσεως βότρυν βλέπων αὐτὸν τὸν νυμφίον ἐν τούτῳ βλέπει τῇ φωτεινῇ τε καὶ ἀκηλιδώτῳ ζωῇ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας ἐνοπτριζόμενος. Διὰ τοῦτό φησιν ἡ ἄμπελος ἡ εὐθηνοῦσα͵ ὅτι ἐμὸς βότρυς ὁ διὰ τοῦ ἄνθους κυπρίζων αὐτὸς ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς βότρυς͵ ὁ ἐπὶ τῶν ξυλίνων ἀναφορέων ἑαυτὸν δείξας͵ οὗ τὸ αἷμα τοῖς σῳζομένοις τε καὶ εὐφραινομένοις πότιμόν τε καὶ σωτήριον γίνεται͵ ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ἀμήν.


Θρηνεῖ γιὰ μᾶς

ΕΙ ἡμεῖς μήπω Χριστοῦ͵ οὐδέπω καὶ Χριστὸς Θεοῦ͵ ὁ δι΄ ἡμᾶς ὀδυνώμενος. Ὅταν οὖν πάντες Χριστοῦ γενώμεθα͵ τότε ἔσται καὶ Χριστὸς Θεοῦ δι΄ ἑαυτοῦ τοὺς πάντας ὑποτάττων τῷ Πατρὶ οὓς πρότερον παρ΄ αὐτοῦ εἰλήφει͵ Ἵνα ᾖ ὁ θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν. Ἐπεὶ δοκεῖ πως μὴ ὑποτετάχθαι τῷ Πατρί͵ τῶν ἐγγεγυημένων ὑπ΄ αὐτοῦ καὶ ὧν τὴν εἰκόνα φέρει μηδέπω ὑποτεταγμένων αὐτῷ.


Στέφανος

ΟΙΟΝ ἦν τὸ τῶν φονώντων συνέδριον καὶ πῶς κατὰ τὸ ἴσον πᾶσι πρὸς τὸν φόνον ὁ θυμὸς διεγήγερτο· ὅση πρὸς τὸ κακὸν ἦν τοῖς συνειλεγμένοις ἡ σύμπνοια· οἷον ἑκάστου τὸ βλέμμα͵ οἷον τὸ σχῆμα͵ οἷον τὸ περὶ τοὺς ὀδόντας πάθος͵ καθὼς παρασημαίνεται ἡ θεία Γραφή͵ ὅτι διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ΄ αὐτόν. Καὶ ὃς ἐν μέσῳ τοιούτων καὶ τοσούτων ἑστὼς καὶ πάσῃ τῇ ἀντικειμένῃ δυνάμει τῇ ἐν τοῖς μιαιφόνοις ἐνεργουμένῃ ἑαυτὸν ἀντεγείρων διὰ πάντων ὑπερέσχε τῷ μεγαλοφυεῖ τοῦ φρονήματος͵ ἀντιτιθεὶς τῷ μὲν θυμῷ τὴν μακροθυμίαν͵ ταῖς δὲ ἀπειλαῖς τὴν ὑπεροψίαν͵ τῷ δὲ τοῦ θανάτου φόβῳ τὴν τῆς ζωῆς καταφρόνησιν͵ τῷ μίσει τὴν ἀγάπην͵ τῇ δυσμενείᾳ τὴν εὐποιίαν͵ τῇ συκοφαντίᾳ τὴν τῆς ἀληθείας φανέρωσιν. ... Οἱ μὲν πρὸς τὸν φόνον ἔβλεπον καὶ ἤδη τὰς χεῖρας τοῖς λίθοις ἐξώπλιζον καὶ τῷ βλέμματι καὶ τῷ ἄσθματι καὶ τῇ τῶν ὀδόντων συμπτώσει τὴν πικρίαν ἐπισημαίνοντες͵ ὁ δὲ ὡς ἀδελφοὺς ἑώρα καὶ ὡς πατέρας ἠσπάζετο. Ἄνδρες γάρ͵ φησίν͵ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες͵ ἀκούσατε. Οἱ μὲν τὴν συκοφαντίαν πιθανῶς συνέπλασσον͵ τῷ δὲ τὸ τῶν φονώντων συνέδριον τῆς ἀληθείας φροντιστήριον ἦν. Οὐκ ἐπέκοπτε φόβῳ τὸν λόγον οὐδὲ πάρετος πρὸς τὴν ἐλπίδα τῶν κινδύνων ἐγίνετο οὐδὲ πρὸς τὸν θάνατον ἔβλεπεν͵ ἀλλ΄ ἐπὶ τοῦ ὕψους τὴν ψυχὴν ἔχων καὶ τὰ ἐν ποσὶ πάντα περιορῶν ὡς παιδία μάτην ἀφραίνοντα ἐπαιδαγώγει τῷ λόγῳ͵ τοῖς παρ΄ αὐτῶν ἐκείνων πιστευομένοις εἰς ἀπόδειξιν τοῦ πεπλανῆσθαι αὐτοὺς περὶ τῶν δογμάτων συγχρώμενος.

Ἀβραὰμ τῷ λόγῳ παράγεται καὶ ἡ κατ΄ αὐτὸν ἱστορία πᾶσα δι΄ ὀλίγων ὑπ΄ ὄψιν ἄγεται͵ εἶτα ἡ τῶν ἐφεξῆς ἁγίων διαδοχή. Μωυσῆς ἐπὶ τούτοις τικτόμενος͵ ἀνατρεφόμενος͵ παιδευόμενος͵ ἐπὶ τοῦ ὄρους μυσταγωγούμενος͵ μαστίζων τὴν Αἴγυπτον͵ τὸ Ἰσραηλιτικὸν διασώζων͵ τὸ κατὰ τὸν Κύριον προμηνύων μυστήριον. Ὃ καὶ μάλιστα συγκινεῖ τὸ συνέδριον καὶ ἀναθερμαίνει τὴν νόσον͵ ὅτι καὶ Μωυσῆς͵ οὗ δὴ προσεποιοῦντο ὑπερσπουδάζειν͵ συνήγορος ἐπεδείχθη τοῦ δόγματος. Ἐφ΄ ᾧ καὶ διαναστάντες τὸ πέρας ἐπάγουσιν ἄξιον καὶ τῆς ἰδίας πικρίας καὶ τῆς τοῦ Στεφάνου ἐπιθυμίας.

Ὁ μὲν γὰρ ἐκβὰς τὴν φύσιν καὶ πρὶν ἐκβῆναι τοῦ σώματος βλέπει τοῖς καθαροῖς ὀφθαλμοῖς οὐρανίας αὐτῷ πύλας διισταμένας καὶ τὸ ἐντὸς τῶν ἀδύτων διαφαινόμενον͵ αὐτήν τε τὴν θείαν δόξαν καὶ τὸ τῆς δόξης ἀπαύγασμα· καὶ τῆς μὲν Πατρικῆς δόξης οὐδεὶς ὑπογράφεται χαρακτὴρ διὰ τοῦ λόγου͵ τὸ δὲ ἀπαύγασμα ἐν τῷ ὀφθέντι τοῖς ἀνθρώποις εἴδει τῷ ἀθλητῇ καθορᾶται͵ ὡς ἦν χωρητὸν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει͵ οὕτω φαινόμενον. Ὁ μὲν οὖν ἔξω γεγονὼς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ πρὸς τὴν ἀγγελικὴν μεταποιηθεὶς χάριν͵ ὡς καὶ αὐτοῖς εἶναι τοῖς μιαιφόνοις ἐν θαύματι͵ πρὸς τὴν τῶν ἀγγέλων ἀξίαν τοῦ περὶ τὸ πρόσωπον εἴδους ἀλλοιωθέντος͵ καὶ εἶδε τὰ ἀθέατα καὶ τὴν ὀφθεῖσαν αὐτῷ χάριν ἐβόησεν. Οἱ δὲ συνεῖχον τὰ ὦτα καὶ τὸ διήγημα τῆς ὀπτασίας οὐ παρεδέχοντο͵ καλῶς τοῦτο γοῦν ἐν πᾶσι ποιήσαντες· οὐδὲ γὰρ ἦν ἀξία βεβήλων ἀκοὴ θείας ἐμφανείας διηγήματα δέξασθαι. Ἐκεῖνος μὲν οὖν ἐκοινώνει τοῖς παροῦσι τῆς χάριτος͵ εἰς τὸ κοινὸν ἐκεῖνα προτιθεὶς τῷ διηγήματι͵ ὧν κατὰ μόνας ἠξίωτο͵ θεωρῶ͵ λέγων͵ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγότας καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Οἱ δὲ κράξαντες φωνῇ μεγάλῃ καὶ συσχόντες τὰ ὦτα αὐτῶν ὥρμησαν ἐπ΄ αὐτὸν ὁμοθυμαδόν.


Ἀνάσταση

ΑΥΤΗ ἐστὶν ἡ ἡμέρα͵ ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος͵ ἄλλη παρὰ τὰς ἐν ἀρχῇ τῆς κτίσεως γεγενημένας ἡμέρας͵ αἷς διαμετρεῖται ὁ χρόνος͵ ἄλλης κτίσεώς ἐστιν ἀρχὴ αὕτη· ἐν ταύτῃ γὰρ ποιεῖ ὁ Θεὸς τῇ ἡμέρᾳ οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν͵ καθώς φησιν ὁ προφήτης. Ποῖον οὐρανόν; Τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως. Ποίαν γῆν; Τὴν ἀγαθὴν καρδίαν φημί͵ καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος͵ τὴν γῆν τὴν πίνουσαν τὸν ἐπ΄ αὐτῆς ἐρχόμενον ὑετὸν καὶ τὸν πολύχουν στάχυν ἁδρύνουσαν. Ἐν ταύτῃ τῇ κτίσει ἥλιος μέν ἐστιν ὁ καθαρὸς βίος͵ ἄστρα δὲ αἱ ἀρεταί͵ ἀὴρ δὲ ἡ διαφανὴς πολιτεία͵ θάλασσα δὲ τὸ βάθος ἐστὶ τοῦ πλούτου τῆς σοφίας τε καὶ τῆς γνώσεως͵ πόα δὲ καὶ βλαστήματα ἡ ἀγαθὴ διδασκαλία καὶ τὰ θεῖα διδάγματα͵ ἅπερ ὁ λαὸς τῆς νομῆς͵ τουτέστιν ἡ ποίμνη τοῦ Θεοῦ ἐπινέμεται͵ δένδρα δὲ ποιοῦντα καρπὸν ἡ τῶν ἐντολῶν ἐργασία. Ἐν ταύτῃ κτίζεται καὶ ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος ὁ κατ΄ εἰκόνα γενόμενος Θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν. Ὁρᾷς οἵου κόσμου γίνεται ἀρχὴ αὕτη ἡ ἡμέρα͵ ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος͵ περὶ ἧς φησιν ὁ προφήτης͵ ὅτι οὔτε ἡμέρα κατὰ τὰς ἄλλας ἡμέρας οὔτε νὺξ κατὰ τὰς ἄλλας νύκτας. Καὶ οὔπω τὸ ἐξαίρετον τῆς παρούσης χάριτος ὁ λόγος ἐκήρυξεν. Αὕτη ἔλυσε τὴν τοῦ θανάτου ὠδῖνα͵ αὕτη τὸν τῶν νεκρῶν πρωτότοκον ἐμαιεύσατο͵ ἐν ταύτῃ συνετρίβησαν αἱ σιδηραῖ τοῦ θανάτου πύλαι͵ ἐν ταύτῃ οἱ χαλκοῖ τοῦ ᾅδου μοχλοὶ συνεθλάσθησαν. Νῦν ἀνοίγεται τοῦ θανάτου τὸ δεσμωτήριον͵ νῦν κηρύσσεται τοῖς αἰχμαλώτοις ἡ ἄφεσις͵ νῦν γίνεται τοῖς τυφλοῖς ἡ ἀνάβλεψις͵ νῦν τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις ἡ ἐξ ὕψους ἀνατολὴ ἐπισκέπτεται. ...

Δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι καὶ σταυρωθῆναι καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. Κατανόησόν μοι γὰρ τοῦ δεῖ τὴν διάνοιαν͵ δι΄ ἧς εὑρίσκεται τὸ μὴ δεῖν ἄλλως ἢ διὰ τοῦ Σταυροῦ πάντως γενέσθαι τὸ πάθος δογματιζόμενον. Τίς οὖν ὁ περὶ τούτου λόγος; Μόνου τοῦ μεγάλου Παύλου ἐστι ἐκ τῶν ἀρρήτων ἐκείνων ῥημάτων͵ ἃ ἐν τοῖς ἀδύτοις τοῦ παραδείσου μυηθεὶς ἠκροάσατο͵ καὶ τὸ περὶ τούτου διασαφῆσαι μυστήριον͵ καθὼς ἐν μέρει διὰ τῶν πρὸς Ἐφεσίους λόγων τὸ κρυπτὸν ὑπῃνίξατο λέγων· Ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις͵ τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος͵ γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν ἀγάπην τῆς γνώσεως τοῦ Χριστοῦ ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ. Οὐ γὰρ ἀργῶς ὁ θεῖος ἐκεῖνος ὀφθαλμὸς τοῦ ἀποστόλου τὸ σχῆμα τοῦ Σταυροῦ κατενόησεν͵ ἀλλ΄ ἔδειξε καὶ διὰ τούτου σαφῶς͵ ὅτι πάσας τὰς τῆς ἀγνοίας λεπίδας ἀποβαλὼν τῶν ὀμμάτων πρὸς αὐτὴν ὁρᾷ καθαρῶς τὴν τῶν ὄντων ἀλήθειαν· εἶδε γὰρ ὅτι τὸ σχῆμα τοῦτο τέσσαρσι προβολαῖς ἀπὸ τῆς ἐν τῷ μέσῳ συμβολῆς μεριζόμενον τὴν διὰ πάντων ἥκουσαν τοῦ ἐν αὐτῷ φανέντος δύναμίν τε καὶ πρόνοιαν διασημαίνει καὶ τούτου χάριν ἑκάστην προβολὴν ἰδιαζούσαις κατονομάζει φωναῖς βάθος λέγων τὸ ἐκ τοῦ μέσου κάτω καὶ ὕψος τὸ ὑπερκείμενον͵ πλάτος δὲ καὶ μῆκος τὸ ἐκ πλαγίου παρατεινόμενον μετὰ τὴν συμβολὴν ἑκατέρωθεν͵ ὡς τὸ μὲν ἔνθεν τοῦ μέσου πλάτος τὸ δὲ ἑτέρωθεν μῆκος προσαγορεῦσαι͵ δι΄ ὧν τοῦτό μοι δοκεῖ σαφῶς διασημαίνειν τῷ λόγῳ͵ ὅτι οὐδὲν τῶν ὄντων ἐστίν͵ ὃ μὴ τῇ θείᾳ πάντως διακρατεῖται φύσει͵ τὸ ὑπερουράνιον͵ τὸ ὑποχθόνιον͵ τὸ ἐπὶ τὰ πέρατα τῶν ὄντων πάντοθεν ἐκ πλαγίου παρατεινόμενον· σημαίνει γὰρ διὰ μὲν τοῦ ὕψους τὸ ὑπερκείμενον͵ διὰ δὲ τοῦ βάθους τὸ ὑποχθόνιον͵ τῷ μήκει δὲ καὶ τῷ πλάτει τὰ διὰ μέσου πέρατα τὰ ὑπὸ τῆς τὸ πᾶν διακρατούσης δυνάμεως κατεχόμενα. ...

Διὰ τοῦτο καὶ ὁ μέγας ἀπόστολος͵ ὅταν πληρωθῇ τὰ πάντα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως͵ προσκυνεῖσθαι λέγει τὸν ὑπὲρ πᾶν ὄντα ὄνομα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπό τε τῶν οὐρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων καὶ τῶν καταχθονίων. Πάλιν καὶ διὰ τούτων κατὰ τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ μερίζει τοῦ Χριστοῦ τὴν προσκύνησιν· ἡ μὲν γὰρ ὑπερκόσμιος λῆξις ἐν τῷ ἄνω τοῦ Σταυροῦ μέρει τῷ δεσπότῃ πληροῖ τὴν προσκύνησιν͵ ἡ δὲ ἐγκόσμιος ἐν τοῖς μέσοις͵ ἡ δὲ ὑποχθόνιος τοῦ βάθους ἔχεται. ... Διό μοι δοκεῖ πρὸς τοῦτο βλέπειν ἡ θεία τοῦ Εὐαγγελίου φωνή͵ ὅτι ἐκεῖνό ἐστιν͵ ἐν ᾧ τὰ πάντα συνέστηκε͵ τὸ τῶν ἐν αὐτῷ περικρατουμένων ἀιδιώτερον͵ ὃ τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν τὴν συντηρητικὴν πάντων τῶν ὄντων οἷον δι΄ αἰνίγματος καὶ ἐσόπτρου τινὸς διὰ τοῦ κατὰ τὸν Σταυρὸν σχήματος ὑποδείκνυσι. διὰ δὴ τοῦτό φησιν͵ ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου οὐχ ἁπλῶς ἀποθανεῖν͵ ἀλλὰ σταυρωθῆναι͵ ἵνα γένηται τοῖς διορατικωτέροις θεολόγος ὁ σταυρὸς τὴν παντοδύναμον ἐξουσίαν τοῦ ἐπ΄ αὐτῷ δειχθέντος καὶ πάντα ἐν πᾶσιν ὄντος ἀνακηρύσσων τῷ σχήματι. ... Μηκέτι μετὰ τῶν νεκρῶν τὸν ζῶντα ζητήσωμεν· τὸν γὰρ οὕτως αὐτὸν ζητοῦντα ἀπωθεῖται ὁ Κύριος λέγων· Μή μου ἅπτου͵ ἀλλ΄ ὅταν ἀναβῶ πρὸς τὸν Πατέρα͵ τότε σοι ἔξεστιν ἅπτεσθαι͵ τουτέστιν μηκέτι τὴν σωματώδη καὶ δουλικὴν μορφὴν ἐν τῇ σεαυτοῦ πίστει ἀνατυπώσῃ͵ ἀλλὰ τὸν ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς ὄντα καὶ ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχοντα καὶ Θεοῦ ὄντα Λόγον τοῦτον προσκύνει͵ μὴ τὴν τοῦ δούλου μορφήν. Ἀκούσωμεν͵ τί εὐαγγελίζεται ἡμῖν καὶ ἡ γυνὴ ἡ προλαβοῦσα τὸν ἄνδρα διὰ τῆς πίστεως καλῶς τοῦτο ποιήσασα͵ ἵνα διὰ τοῦ κατάρξαι πρὸς τὸ ἀγαθὸν περὶ τῆς τοῦ κακοῦ αἰτίας ἀπολογήσηται. τί οὖν ἐστι τὸ τῆς γυναικὸς εὐαγγέλιον; Ὄντως Οὐκ ἐξ ἀνθρώπων οὐδὲ δι΄ ἀνθρώπων͵ ἀλλὰ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἄκουε͵ γάρ φησιν͵ ὃ ἐντέταλται ἡμῖν ὁ Κύριος πρὸς ὑμᾶς εἰπεῖν͵ ὑμᾶς οὓς καὶ ἀδελφοὺς αὐτοῦ κατονομάζει͵ ὅτι Πορεύομαι πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν. Ὢ καλῶν τε καὶ ἀγαθῶν εὐαγγελίων. Ὁ δι΄ ἡμᾶς γενόμενος καθ΄ ἡμᾶς͵ ἵνα διὰ τοῦ γενέσθαι ἡμῖν ὁμογενὴς ἀδελφοὺς ἡμᾶς ἑαυτοῦ ποιήσῃ͵ προσάγει τὸν ἑαυτοῦ ἄνθρωπον τῷ ἀληθινῷ Πατρί͵ ἵνα δι΄ αὐτοῦ ἅπαν τὸ ὁμογενὲς ἐφελκύσηται͵ ὡς μηκέτι ὄνειδος εἶναι τοῖς δουλεύσασι τοῖς φύσει μὴ οὖσι θεοῖς.


Ἀποκατάσταση στὸ ἀρχαῖο κάλλος

ΝΟΗΣΟΝ͵ τί ἐστι τὸ ἐσόμενον͵ καὶ ἐπιγνώσῃ ὃ γέγονε. Τοῦτο δέ ἐστι τὸ νόησόν μοι͵ φησίν͵ ὦ ἄνθρωπε͵ οἷος γενήσῃ διὰ τῆς ἀρετῆς σεαυτὸν ὑψώσας. Εἰ κατὰ πάντα διὰ τῶν ἀγαθῶν χαρακτήρων τὴν ψυχὴν μορφωθείης͵ εἰ ἔξω γένοιο τῶν τῆς κακίας καλίδων͵ εἰ πάντα ῥύπον τῶν ὑλικῶν μολυσμάτων τῆς ἑαυτοῦ φύσεως ἀποκλύσειας͵ τί γενήσῃ διὰ τῶν τοιούτων καλλωπιζόμενος; Οἵαν σεαυτῷ περιθήσεις μορφήν; Ἐὰν τοῦτο τῷ λογισμῷ κατανοήσῃς͵ ἐδιδάχθης τὸ ἐν τοῖς πρώτοις γενόμενον͵ ὅ γε ἀληθῶς ἐστι γενησόμενον͵ τὸ Κατ΄ εἰκόνα θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν. Καὶ ποῦ νῦν ἐκεῖνό ἐστιν͵ ἐρῶ πρὸς τὸν ταῦτα διδάσκοντα͵ ὅ ποτε γέγονε καὶ εἰς ὕστερον αὖθις ἐλπίζεται͵ νῦν δὲ οὐκ ἔστιν; Ἀλλ΄ ἀποκρίνεται πάντως τὸν αὐτὸν λόγον ἡμῖν ὁ τὰ ὑψηλὰ παιδεύων [Ἐκκλησιαστής]͵ ὅτι διὰ τοῦτο τὰ παρόντα ματαιότης ὠνόμασται͵ διότι ἐκεῖνο ἐν τοῖς παροῦσιν οὐκ ἔστι. Καὶ τί͵ φησί͵ τὸ πεποιημένον; Αὐτὸ τὸ ποιηθησόμενον. Μηδεὶς τῶν ἀκουόντων πολυλογίαν οἰέσθω καὶ ματαίαν τινὰ ῥημάτων ἐπανάληψιν ἐν τῇ διαφορᾷ τοῦ γεγονότος καὶ τοῦ πεποιημένου. Δείκνυσι γὰρ δι΄ ἑκατέρου τῶν ῥημάτων ὁ λόγος τὴν τῆς ψυχῆς πρὸς τὴν σάρκα διαφοράν. Γέγονεν ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα πεποίηται. Οὐκ ἐπειδὴ ἄλλο τι καὶ ἄλλο σημαίνει τῶν ῥημάτων ἡ ἔμφασις͵ τῇ διαφορᾷ ταύτῃ κέχρηται τῶν ῥημάτων ἐφ΄ ἑκατέρου τῶν σημαινομένων ὁ λόγος͵ ἀλλ΄ ἵνα σοι δῷ τὰ πρόσφορα περὶ ἑκατέρου λογίζεσθαι. Ἐκεῖνο κατ΄ ἀρχὰς γέγονεν ἡ ψυχή͵ ὃ εἰς ὕστερον καθαρθεῖσα πάλιν ἀναφανήσεται· ἐκεῖνο πεποίηται ταῖς χερσὶ τοῦ θεοῦ τὸ σῶμα πλασσόμενον͵ ὃ δείξει τοῖς καθήκουσι χρόνοις αὐτὸ ἡ ἀνάστασις· ὁποῖον γὰρ ἂν μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἴδοις͵ τοιοῦτον πάντως παρὰ τὴν πρώτην πεποίηται. Οὐδὲ γὰρ ἄλλο τι ἐστιν ἡ ἀνάστασις͵ εἰ μὴ πάντως ἡ εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀποκατάστασις.

Διὸ τούτοις ἐπάγει καὶ τὸ ἀκόλουθον λέγων͵ ὅτι ἔξω τοῦ ἀρχαίου ἐστὶν οὐδέν. Οὐκ ἔστι γάρ͵ φησί͵ πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον͵ ὡς ἂν εἰ ἔλεγεν͵ ὅτι εἴ τι μὴ κατὰ τὸ ἀρχαῖόν ἐστιν͵ οὐδὲ ἔστιν ὅλως͵ ἀλλὰ νομίζεται. Οὐ γὰρ ἔστι͵ φησί͵ πρόσφατόν τι ὑπὸ τὸν ἥλιον͵ ὥστε λαλῆσαί τινα καὶ δεῖξαί τι τῶν ἐπιγενομένων͵ ὅτι καινόν ἐστι τοῦτο καὶ τῷ ὄντι ὑφέστηκεν. Αὕτη τῶν εἰρημένων ἐστὶν ἡ διάνοια͵ ἡ δὲ λέξις τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον· Καὶ οὐκ ἔστι πᾶν πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον͵ ὃς λαλήσει καὶ ἐρεῖ͵ ἴδε τοῦτο καινόν ἐστι. Καὶ ἐπαγωνίζεται τοῖς εἰρημένοις διὰ τῶν ἐφεξῆς λόγων· εἴ τι ἀληθῶς͵ φησί͵ γέγονεν͵ ἐκεῖνό ἐστιν͵ ὃ ἐν τοῖς αἰῶσιν ἐγένετο τοῖς πρὸ ἡμῶν. Ταύτην γὰρ ἐνδείκνυται τὴν διάνοιαν αὐτὰ τὰ ῥήματα τῆς Γραφῆς οὕτως ἔχοντα· ῎Ηδη γέγονεν ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς γεγονόσιν ἀπὸ ἔμπροσθεν ἡμῶν. Εἰ δὲ ἐπεκράτησε λήθη τῶν γενομένων͵ θαυμάσῃς μηδέν· καὶ γὰρ τὰ νῦν ὄντα λήθῃ συγκαλυφθήσεται. Ὅτε γὰρ πρὸς κακίαν ἡ φύσις ἔρρεψε͵ ἐν λήθῃ τῶν ἀγαθῶν ἐγενόμεθα· ὅταν γένηται πρὸς τὸ ἀγαθὸν αὖθις ἡμῖν ἡ ἀνάλυσις͵ πάλιν τὸ κακὸν λήθῃ συγκαλυφθήσεται. Ταύτην γὰρ οἶμαι τὴν διάνοιαν ἐν τοῖς εἰρημένοις εἶναι͵ ἐν οἷς φησιν· Οὐκ ἔστι μνήμη τοῖς πρώτοις͵ καί γε τοῖς ἐσχάτοις γενομένοις οὐκ ἔσται αὐτῶν μνήμη͵ ὡς ἂν εἰ ἔλεγεν͵ ὅτι τῶν ἐπιγενομένων μετὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς εὐκληρίαν͵ δι΄ ὧν ἐν κακοῖς γέγονε τὸ ἀνθρώπινον͵ ἐξαλείψει τὴν μνήμην τὰ πάλιν ἐν τοῖς ἐσχάτοις ἐπιγινόμενα· Οὐκ ἔσται γὰρ αὐτῶν μνήμη μετὰ τῶν γενομένων εἰς τὴν ἐσχάτην͵ τουτέστιν ἡ ἐσχάτη κατάστασις ἀφανισμὸν παντελῆ τῆς τῶν κακῶν μνήμης ἐμποιήσει τῇ φύσει͵ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ κυρίῳ ἡμῶν͵ ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Ἡ δύναμη τῆς τελείωσης ποὺ ἐλπίζουμε

ΑΛΛ΄ ἡγεῖσθαι κατὰ τὴν ἐν τοῖς σπέρμασιν ἀναλογίαν τὸ ἀεὶ παρὸν πρός τι πάντως χρησίμως τε καὶ ἀναγκαίως ἔχειν͵ οὐ μὴν τοῦτο εἶναι οὗ χάριν εἰς γένεσιν ἤλθομεν. Οὐ γὰρ ἐπὶ τὸ ἔμβρυον γενέσθαι παρὰ τοῦ δημιουργήσαντος ἡμᾶς ὑπέστημεν οὐδὲ πρὸς τὸν βρεφώδη βίον ὁ σκοπὸς τῆς φύσεως βλέπει οὐδὲ πρὸς τὰς ἐφεξῆς ἡλικίας ὁρᾷ, ἃς ἀεὶ διὰ τῆς ἀλλοιώσεως μετενδύεται τῷ χρόνῳ τὸ εἶδος συνεξαλλάσσουσα͵ οὐδὲ πρὸς τὴν ἐπιγινομένην διὰ τοῦ θανάτου λύσιν τῷ σώματι͵ ἀλλὰ πάντα ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα τῆς ὁδοῦ δι΄ ἧς πορευόμεθα͵ μέρη ἐστίν. Ὁ δὲ σκοπὸς καὶ τὸ πέρας τῆς διὰ τούτων πορείας ἡ πρὸς τὸ ἀρχαῖον ἀποκατάστασις͵ ὅπερ οὐδὲν ἕτερον ἢ ἡ πρὸς τὸ θεῖόν ἐστιν ὁμοίωσις. Καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῆς κατὰ τὸν στάχυν εἰκόνος ἀναγκαῖος μὲν ἐφάνη τῷ λόγῳ τῆς φύσεως καὶ ὁ προεκβαλλόμενος χόρτος͵ οὐ μὴν δὲ δι΄ ἐκεῖνόν ἐστιν ἡ γεωργία οὐδὲ χιτῶνες καὶ ἀθέρες καὶ καλάμη καὶ ὑποζώματα πρόκεινται τῇ τῆς γεωργίας σπουδῇ, ἀλλ΄ ὁ τρόφιμος καρπὸς ὁ διὰ τούτων προιὼν εἰς τελείωσιν͵ οὕτω καὶ τῆς ζωῆς τὸ μὲν προσδοκώμενον πέρας μακαριότης ἐστίν͵ τὰ δὲ ὅσα περὶ τὸ σῶμα νῦν καθορᾶται͵ θάνατος καὶ γῆρας καὶ νεότης καὶ νηπιότης καὶ ἡ ἐν ἐμβρύῳ διάπλασις͵ πάντα ταῦτα οἷόν τινες χόρτοι καὶ ἀθέρες καὶ κάλαμοι ὁδὸς καὶ ἀκολουθία καὶ δύναμις τῆς ἐλπιζομένης ἐστὶ τελειώσεως. Πρὸς ἣν βλέπων ἐὰν εὐφρονῇς͵ οὔτε ἀπεχθῶς ἕξεις πρὸς ταῦτα οὔτε μὴν ἐμπαθῶς τε καὶ ἐπιθυμητικῶς διατεθήσῃ ὡς ἢ χωριζόμενος αὐτῶν ἀνιᾶσθαι ἢ αὐτομολεῖν πρὸς τὸν θάνατον.

Ἐπειδὴ δι΄ ἀπάτης τοῦ ἐχθροῦ τῆς ζωῆς ἡμῶν πρὸς τὸ κτηνῶδες καὶ ἄλογον ἑκουσίως τὴν ῥοπὴν ἔσχεν ὁ ἄνθρωπος͵ τὸ μὲν ἄκοντας ἀποστῆσαι τοῦ χείρονος καὶ πρὸς τὸ κρεῖττον ἀναγκαστικῶς μεταθεῖναι τοῖς μὲν ἀνεξετάστοις χρήσιμον ἴσως δοκεῖ͵ τῷ δὲ πλάστῃ τῆς φύσεως ἀλυσιτελὲς ἐφάνη καὶ ἄδικον τὴν τοῦ μεγίστου τῶν ἀγαθῶν ζημίαν διὰ τῆς τοιαύτης οἰκονομίας ἐμποιῆσαι τῇ φύσει. Ἐπειδὴ γὰρ θεοειδὴς ὁ ἄνθρωπος ἐγένετο καὶ μακάριος τῷ αὐτεξουσίῳ τετιμημένος (τὸ γὰρ αὐτοκρατές τε καὶ ἀδέσποτον ἴδιόν ἐστι τῆς θείας μακαριότητος)͵ τὸ δι΄ ἀνάγκης αὐτὸν ἐπί τι μεταχθῆναι βιαίως ἀφαίρεσις τοῦ ἀξιώματος ἦν. Εἰ γὰρ ἑκουσίως τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν κατὰ τὴν αὐτεξούσιον κίνησιν ἐπί τι τῶν οὐ δεόντων ὁρμήσασαν βιαίως τε καὶ κατηναγκασμένως τῶν ἀρεσάντων ἀπέστησεν͵ ἀφαίρεσις ἂν ἦν τοῦ προέχοντος ἀγαθοῦ τὸ γινόμενον καὶ τῆς ἰσοθέου τιμῆς ἀποστέρησις. Ἰσόθεον γάρ ἐστι τὸ αὐτεξούσιον. Ὡς ἂν οὖν καὶ ἡ ἐξουσία μένοι τῇ φύσει καὶ τὸ κακὸν ἀπογένοιτο͵ ταύτην εὗρεν ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ τὴν ἐπίνοιαν τὸ ἐᾶσαι τὸν ἄνθρωπον ἐν οἷς ἐβουλήθη γενέσθαι͵ ἵνα γευσάμενος τῶν κακῶν ὧν ἐπεθύμησεν καὶ τῇ πείρᾳ μαθὼν οἷα ἀνθ΄ οἵων ἠλλάξατο͵ παλινδρομήσῃ διὰ τῆς ἐπιθυμίας ἑκουσίως πρὸς τὴν πρώτην μακαριότητα ἅπαν τὸ ἐμπαθές τε καὶ ἄλογον ὥσπερ τι ἄχθος ἀποσκευάσας τῆς φύσεως.


Αἰτία τῆς ἁμαρτίας

ΤOIOYTON τινα λόγον παρὰ τῶν Πατέρων διεδεξάμεθα, ἔστι δὲ ὁ λόγος οὐ μυθώδης διήγησις͵ ἀλλ΄ ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως ἡμῶν τὸ πιστὸν ἐπαγόμενος. Διπλῆ τίς ἐστιν ἐν τοῖς οὖσιν ἡ κατανόησις͵ εἰς τὸ νοητόν τε καὶ αἰσθητὸν τῆς θεωρίας διῃρημένης, καὶ οὐδὲν ἂν παρὰ ταῦτα καταληφθείη ἐν τῇ τῶν ὄντων φύσει τῆς διαιρέσεως ταύτης ἔξω φερόμενον. Διῄρηται δὲ ταῦτα πρὸς ἄλληλα πολλῷ τῷ μέσῳ͵ ὡς μήτε τὴν αἰσθητὴν ἐν τοῖς νοητοῖς εἶναι γνωρίσμασι͵ μήτε ἐν τοῖς αἰσθητοῖς ἐκείνην͵ ἀλλ΄ ἀπὸ τῶν ἐναντίων ἑκατέραν χαρακτηρίζεσθαι. ἡ μὲν γὰρ νοητὴ φύσις ἀσώματόν τι χρῆμά ἐστι καὶ ἀναφὲς καὶ ἀνείδεον· ἡ δὲ αἰσθητὴ κατ΄ αὐτὸ τὸ ὄνομα ἐντός ἐστι τῆς διὰ τῶν αἰσθητηρίων κατανοήσεως. Ἀλλ΄ ὥσπερ ἐν αὐτῷ τῷ αἰσθητῷ κόσμῳ πολλῆς πρὸς ἄλληλα τῶν στοιχείων οὔσης ἐναντιώσεως ἐπινενόηταί τις ἁρμονία διὰ τῶν ἐναντίων ἁρμοζομένη παρὰ τῆς τοῦ παντὸς ἐπιστατούσης σοφίας καὶ οὕτως πάσης γίνεται πρὸς ἑαυτὴν συμφωνία τῆς κτίσεως͵ οὐδαμοῦ τῆς φυσικῆς ἐναντιότητος τὸν τῆς συμπνοίας εἱρμὸν διαλυούσης, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τοῦ αἰσθητοῦ πρὸς τὸ νοητὸν γίνεταί τις κατὰ θείαν σοφίαν μίξις τε καὶ ἀνάκρασις͵ ὡς ἂν πάντα τοῦ καλοῦ κατὰ τὸ ἴσον μετέχοι καὶ μηδὲν τῶν ὄντων ἀμοιροίη τῆς τοῦ κρείττονος φύσεως. Διὰ τοῦτο τὸ μὲν κατάλληλον τῇ νοητῇ φύσει χωρίον ἡ λεπτὴ καὶ εὐκίνητός ἐστιν οὐσία͵ κατὰ τὴν ὑπερκόσμιον λῆξιν πολλὴν ἔχουσα τῷ ἰδιάζοντι τῆς φύσεως πρὸς τὸ νοητὸν τὴν συγγένειαν͵ προμηθείᾳ δὲ κρείττονι πρὸς τὴν αἰσθητὴν κτίσιν γίνεταί τις τοῦ νοητοῦ συνανάκρασις͵ ὡς ἂν μηδὲν ἀπόβλητον εἴη τῆς κτίσεως͵ καθώς φησιν ὁ Ἀπόστολος͵ μηδὲ τῆς θείας κοινωνίας ἀπόκληρον. Τούτου χάριν ἐκ νοητοῦ τε καὶ αἰσθητοῦ τὸ κατὰ τὸν ἄνθρωπον μίγμα παρὰ τῆς θείας ἀναδείκνυται φύσεως͵ καθὼς διδάσκει τῆς κοσμογονίας ὁ λόγος.

Λαβὼν γὰρ ὁ Θεός͵ φησιν͵ χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς τὸν ἄνθρωπον ἔπλασε καὶ διὰ τῆς ἰδίας ἐμπνεύσεως τῷ πλάσματι τὴν ζωὴν ἐνεφύτευσεν͵ ὡς ἂν συνεπαρθείη τῷ θείῳ τὸ γήινον καὶ μία τις κατὰ τὸ ὁμότιμον διὰ πάσης τῆς κτίσεως ἡ χάρις διήκοι͵ τῆς κάτω φύσεως πρὸς τὴν ὑπερκόσμιον συγκιρναμένης. Ἐπεὶ οὖν τῆς νοητῆς κτίσεως προυποστάσης καὶ ἑκάστῃ τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων πρὸς τὴν τοῦ παντὸς σύστασιν ἐνεργείας τινὸς παρὰ τῆς τῶν πάντων ἐπιστατούσης ἐξουσίας προσνεμηθείσης͵ ἦν τις δύναμις καὶ ἡ τὸν περίγειον τόπον συνέχειν τε καὶ περικρατεῖν τεταγμένη͵ εἰς αὐτὸ τοῦτο δυναμωθεῖσα παρὰ τῆς τὸ πᾶν οἰκονομούσης δυνάμεως. Εἶτα κατεσκευάσθη τὸ γήινον πλάσμα͵ τῆς ἄνω δυνάμεως ἀπεικόνισμα. Τοῦτο δὲ τὸ ζῷον ὁ ἄνθρωπος καὶ ἦν ἐν αὐτῷ τὸ θεοειδὲς τῆς νοητῆς φύσεως κάλλος͵ ἀρρήτῳ τινὶ δυνάμει συγκεκραμένον. Δεινὸν ποιεῖται καὶ οὐκ ἀνεκτὸν ὁ τὴν περίγειον οἰκονομίαν λαχών͵ εἰ ἐκ τῆς ὑποχειρίου αὐτῷ φύσεως ἀναδειχθήσεταί τις οὐσία πρὸς τὴν ὑπερέχουσαν ἀξίαν ὡμοιωμένη. Τὸ δ΄ ὅπως ἐπὶ τὸ πάθος κατερρύη τοῦ φθόνου ὁ ἐπὶ μηδενὶ κακῷ κτισθεὶς παρὰ τοῦ τὸ πᾶν ἐν ἀγαθότητι συστησαμένου͵ τὸ μὲν δι΄ ἀκριβείας ἐπεξιέναι οὐ τῆς παρούσης πραγματείας ἐστί͵ δυνατὸν δ΄ ἂν εἴη καὶ δι΄ ὀλίγου τοῖς εὐπειθεστέροις παραθέσθαι τὸν λόγον. Τῆς γὰρ ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας οὐχ ὡς δύο τινῶν καθ΄ ὑπόστασιν φαινομένων ἡ ἀντιδιαστολὴ θεωρεῖται, ἀλλ΄ ὥσπερ ἀντιδιαιρεῖται τῷ ὄντι τὸ μὴ ὂν καὶ οὐκ ἔστι καθ΄ ὑπόστασιν εἰπεῖν τὸ μὴ ὂν ἀντιδιαστέλλεσθαι πρὸς τὸ ὄν͵ ἀλλὰ τὴν ἀνυπαρξίαν ἀντιδιαιρεῖσθαι λέγομεν πρὸς τὴν ὕπαρξιν͵ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ κακία τῷ τῆς ἀρετῆς ἀντικαθέστηκε λόγῳ͵ οὐ καθ΄ ἑαυτήν τις οὖσα͵ ἀλλὰ τῇ ἀπουσίᾳ νοουμένη τοῦ κρείττονος, καὶ ὥσπερ φαμὲν ἀντιδιαιρεῖσθαι τῇ ὁράσει τὴν πήρωσιν͵ οὐ καθ΄ ἑαυτὴν οὖσαν τῇ φύσει τὴν πήρωσιν͵ ἀλλὰ προλαβούσης ἕξεως στέρησιν͵ οὕτω καὶ τὴν κακίαν ἐν τῇ τοῦ ἀγαθοῦ στερήσει θεωρεῖσθαι λέγομεν͵ οἷόν τινα σκιὰν τῇ ἀναχωρήσει τῆς ἀκτῖνος ἐπισυμβαίνουσαν.

Ἐπειδὴ τοίνυν ἡ ἄκτιστος φύσις τῆς κινήσεως τῆς κατὰ τροπὴν καὶ μεταβολὴν καὶ ἀλλοίωσίν ἐστιν ἀνεπίδεκτος͵ πᾶν δὲ τὸ διὰ κτίσεως ὑποστὰν συγγενῶς πρὸς τὴν ἀλλοίωσιν ἔχει͵ διότι καὶ αὐτὴ τῆς κτίσεως ἡ ὑπόστασις ἀπὸ ἀλλοιώσεως ἤρξατο͵ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι θείᾳ δυνάμει μετατεθέντος, κτιστὴ δὲ ἦν καὶ ἡ μνημονευθεῖσα δύναμις͵ αὐτεξουσίῳ κινήματι τὸ δοκοῦν αἱρουμένη, ἐπειδὴ πρὸς τὸ ἀγαθόν τε καὶ ἄφθονον ἐπέμυσεν ὄμμα͵ ὥσπερ ὁ ἐν ἡλίῳ τοῖς βλεφάροις τὰς ὄψεις ὑποβαλὼν σκότος ὁρᾷ͵ οὕτω κἀκεῖνος αὐτῷ τῷ μὴ θελῆσαι τὸ ἀγαθὸν νοῆσαι τὸ ἐναντίον τῷ ἀγαθῷ κατενόησε. Τοῦτο δέ ἐστιν ὁ φθόνος. Ὁμολογεῖται δὲ παντὸς πράγματος ἀρχὴν τῶν μετ΄ αὐτὴν κατὰ τὸ ἀκόλουθον ἐπισυμβαινόντων αἰτίαν εἶναι͵ οἷον τῇ ὑγείᾳ τὸ εὐεκτεῖν͵ τὸ ἐργάζεσθαι͵ τὸ καθ΄ ἡδονὴν βιοτεύειν, τῇ δὲ νόσῳ τὸ ἀσθενεῖν͵ τὸ ἀνενέργητον εἶναι͵ τὸ ἐν ἀηδίᾳ τὴν ζωὴν ἔχειν. Οὕτω καὶ τὰ ἄλλα πάντα ταῖς οἰκείαις ἀρχαῖς κατὰ τὸ ἀκόλουθον ἕπεται. Ὥσπερ οὖν ἡ ἀπάθεια τῆς κατ΄ ἀρετὴν ζωῆς ἀρχὴ καὶ ὑπόθεσις γίνεται͵ οὕτως ἡ διὰ τοῦ φθόνου γενομένη πρὸς κακίαν ῥοπὴ τῶν μετ΄ αὐτὴν πάντων ἀναδειχθέντων κακῶν ὁδὸς κατέστη. Ἐπειδὴ γὰρ ἅπαξ πρὸς τὸ κακὸν τὴν ῥοπὴν ἔσχεν ὁ τῇ ἀποστροφῇ τῆς ἀγαθότητος ἐν ἑαυτῷ γεννήσας τὸν φθόνον͵ ὥσπερ λίθος ἀκρωρείας ἀπορραγεὶς ὑπὸ τοῦ ἰδίου βάρους πρὸς τὸ πρανὲς συνελαύνεται͵ οὕτω κἀκεῖνος͵ τῆς πρὸς τὸ ἀγαθὸν συμφυίας ἀποσπασθεὶς καὶ πρὸς κακίαν βρίσας͵ αὐτομάτως οἷόν τινι βάρει πρὸς τὸν ἔσχατον τῆς πονηρίας ὅρον συνωσθεὶς ἀπηνέχθη͵ καὶ τὴν διανοητικὴν δύναμιν͵ ἣν εἰς συνέργειαν τῆς τοῦ κρείττονος μετουσίας ἔσχε παρὰ τοῦ κτίσαντος͵ ταύτην εἰς εὕρεσιν τῶν κατὰ κακίαν ἐπινοουμένων συνεργὸν ποιησάμενος͵ εὐμηχάνως περιέρχεται δι΄ ἀπάτης τὸν ἄνθρωπον͵ αὐτὸν ἑαυτοῦ γενέσθαι πείσας φονέα τε καὶ αὐτόχειρα.

Ἐπειδὴ γὰρ διὰ τῆς θείας εὐλογίας δυναμωθεὶς ὁ ἄνθρωπος ὑψηλὸς μὲν ἦν τῷ ἀξιώματι, βασιλεύειν γὰρ ἐτάχθη τῆς γῆς τε καὶ τῶν ἐπ΄ αὐτῆς πάντων, καλὸς δὲ τὸ εἶδος, ἀπεικόνισμα γὰρ τοῦ ἀρχετύπου ἐγεγόνει κάλλους, ἀπαθὴς δὲ τὴν φύσιν, τοῦ γὰρ ἀπαθοῦς μίμημα ἦν, ἀνάπλεως δὲ παρρησίας͵ αὐτῆς κατὰ πρόσωπον τῆς θείας ἐμφανείας κατατρυφῶν, ταῦτα δὲ τῷ ἀντικειμένῳ τοῦ κατὰ τὸν φθόνον πάθους ὑπεκκαύματα ἦν, ἰσχύι δέ τινι καὶ βίᾳ δυνάμεως κατεργάσασθαι τὸ κατὰ γνώμην οὐχ οἷός τε ἦν, ὑπερίσχυε γὰρ ἡ τῆς εὐλογίας τοῦ θεοῦ δύναμις τῆς τούτου βίας, διὰ τοῦτο ἀποστῆσαι τῆς ἐνισχυούσης αὐτὸν δυνάμεως μηχανᾶται͵ ὡς ἂν εὐάλωτος αὐτῷ πρὸς τὴν ἐπιβουλὴν κατασταίη. Καὶ ὥσπερ ἐπὶ λύχνου τοῦ πυρὸς τῆς θρυαλλίδος περιδεδραγμένου͵ εἴ τις ἀδυνατῶν τῷ φυσήματι σβέσαι τὴν φλόγα ὕδωρ ἐμμίξειε τῷ ἐλαίῳ διὰ τῆς ἐπινοίας ταύτης ἀμαυρώσει τὴν φλόγα͵ οὕτως δι΄ ἀπάτης τῇ προαιρέσει τοῦ ἀνθρώπου τὴν κακίαν ἐμμίξας ὁ ἀντικείμενος σβέσιν τινὰ καὶ ἀμαύρωσιν τῆς εὐλογίας ἐποίησεν͵ ἧς ἐπιλειπούσης ἐξ ἀνάγκης τὸ ἀντικείμενον ἀντεισέρχεται. Ἀντίκειται δὲ τῇ ζωῇ μὲν ὁ θάνατος͵ ἡ ἀσθένεια δὲ τῇ δυνάμει͵ τῇ εὐλογίᾳ δὲ ἡ κατάρα͵ τῇ παρρησίᾳ δὲ ἡ αἰσχύνη͵ καὶ πᾶσι τοῖς ἀγαθοῖς τὰ κατὰ τὸ ἐναντίον νοούμενα. Διὰ τοῦτο ἐν τοῖς παροῦσι κακοῖς ἐστὶ νῦν τὸ ἀνθρώπινον͵ τῆς ἀρχῆς ἐκείνης τοῦ τοιούτου τέλους τὰς ἀφορμὰς παρασχούσης.


Ἄγγελος καὶ δαίμονας

ΤΩ ὄντι τοῖς ἐν ἀρετῇ κατορθοῦσι καὶ ἡ παρὰ τοῦ Θεοῦ δοθεῖσα τῇ φύσει ἡμῶν συμμαχία συνίσταται͵ ἣ προγενεστέρα μέν ἐστι κατὰ τὴν πρώτην γένεσιν͵ τότε δὲ φαίνεται καὶ γνωρίζεται͵ ὅταν ἱκανῶς τῷ ὑψηλοτέρῳ βίῳ διὰ προσοχῆς τε καὶ ἐπιμελείας ἑαυτοὺς οἰκειώσαντες πρὸς τοὺς ἰσχυροτέρους τῶν ἀθλητῶν ἀποδυώμεθα. Ὡς δ΄ ἂν μὴ δι΄ αἰνίγματος ἡμῖν τὰ αἰνίγματα διαλύοιτο͵ γυμνότερον ἐκθήσομαι τὴν περὶ τούτου διάνοιαν. Λόγος τίς ἐστιν͵ ἐκ πατρικῆς παραδόσεως τὸ πιστὸν ἔχων͵ ὅς φησι͵ πεσούσης ἡμῶν εἰς ἁμαρτίαν τῆς φύσεως͵ μὴ περιιδεῖν τὸν Θεὸν τὴν πτῶσιν ἡμῶν ἀπρονόητον͵ ἀλλ΄ ἄγγελόν τινα τῶν τὴν ἀσώματον εἰληχότων φύσιν παρακαθιστᾶν εἰς συμμαχίαν τῇ ἑκάστου ζωῇ͵ ἐκ δὲ τοῦ ἐναντίου τὸν φθορέα τῆς φύσεως ἀντιμηχανᾶσθαι τὸ ἴσον͵ διὰ πονηροῦ τινος καὶ κακοποιοῦ δαίμονος τῇ τοῦ ἀνθρώπου ζωῇ λυμαινόμενον͵ ἐν μέσῳ δὲ ὄντα τῶν δύο τὸν ἄνθρωπον τὸν ἑκατέρου τῶν παρεπομένων σκοπὸν ὑπεναντίως πρὸς τὸν ἕτερον ἔχοντα δι΄ ἑαυτοῦ ποιεῖν κατὰ τοῦ ἄλλου ἐπικρατέστερον͵ προδεικνύντος τοῖς λογισμοῖς τοῦ μὲν ἀγαθοῦ τὰ τῆς ἀρετῆς ἀγαθά͵ ὅσα τοῖς κατορθοῦσιν δι΄ ἐλπίδος ὁρᾶται͵ τοῦ δὲ ἑτέρου τὰς ὑλώδεις ἡδονάς͵ ἀφ΄ ὧν ἐλπὶς μὲν ἀγαθῶν οὐδεμία͵ τὸ δὲ παρὸν καὶ μετεχόμενον καὶ ὁρώμενον τὰς αἰσθήσεις τῶν ἀνοήτων ἀνδραποδίζεται. Εἴπερ οὖν ἀλλοτριωθείη τις τῶν ἐπὶ κακῷ δελεαζόντων͵ πρὸς τὸ κρεῖττον τοῖς λογισμοῖς ἐπιτρέψας καὶ οἱονεὶ κατὰ νώτου τὴν κακίαν ποιήσειεν͵ ἀντιπρόσωπον τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν͵ οἷόν τι κάτοπτρον͵ πρὸς τὴν ἐλπίδα τῶν ἀγαθῶν στήσας͵ ὡς τῆς προδεικνυμένης αὐτῷ θεόθεν ἀρετῆς τὰς εἰκόνας τε καὶ τὰς ἐμφάσεις τῷ καθαρῷ τῆς ἰδίας ψυχῆς ἐντυπώσασθαι͵ τότε αὐτῷ ἡ τοῦ ἀδελφοῦ συμμαχία συναντᾷ καὶ συνίσταται. Ἀδελφὸς γὰρ τρόπον τινὰ κατὰ τὸ λογικόν τε καὶ νοερὸν τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ἄγγελος͵ ὁ τότε͵ καθὼς εἴρηται͵ φαινόμενός τε καὶ παριστάμενος͵ ὅταν τῷ Φαραὼ προσεγγίζωμεν.


Κατὰ εἰμαρμένης

ΤΟ ΑΠΟΣΤΗΣΑΙ τὸν ἄνθρωπον τοῦ πρὸς τὸν θεὸν βλέπειν κἀκεῖθεν ἑαυτῷ τὴν τῶν ἀγαθῶν μοῖραν παρασκευάζειν͵ ἀντὶ παντὸς τοῖς δαίμοσι σπουδάζεται. Τὸ τοίνυν πεπεῖσθαι τοὺς εὐεξαπατήτους μὴ ἐπὶ τῷ θείῳ βουλήματι τὰ κατὰ τὸν βίον κεῖσθαι͵ ἀλλ΄ ἐπὶ τῇ τοιᾷδε τῶν ἄστρων διαπλοκῇ καὶ τῇ ἐκεῖθεν ἀπορρεούσῃ δυνάμει͵ πάντων μάλιστα πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς βλαπτικῆς τῶν δαιμόνων φύσεως βλέπει. Εἰ οὖν κεχαρισμένον ἐστὶ τοῖς δαίμοσι τοῦ θεοῦ ἀποστῆσαι τὸν ἄνθρωπον͵ ἀφίστησι δὲ ἡ περὶ ταῦτα πλάνη͵ ἀποδείκνυται σαφῶς δαιμονία τις οὖσα ἐνέργεια δι΄ ἀπάτης παρακρουομένη τοὺς πᾶσαν μὲν ἐν τούτοις τὴν δύναμιν εἶναι νομίζοντας͵ πρὸς δὲ τὴν παντοδύναμον τοῦ θεοῦ ἐξουσίαν μὴ ἀποβλέποντας.


Τὰ πάντα στηρίζονται στὴ δική μας προαίρεση

ΜΑΚΑΡΙΟΙ οἱ ἐλεήμονες͵ ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. Ἔστι μὲν οὖν τι καὶ δογμάτων ὑψηλότερον ἐν τῷ λόγῳ μαθεῖν· ὅτι πάντων ἀγαθῶν τὰς ἀφορμὰς ὁ κατ΄ εἰκόνα ἑαυτοῦ ποιήσας τὸν ἄνθρωπον͵ τῇ φύσει τοῦ πλάσματος ἐναπέθετο͵ ὡς μηδὲν ἡμῖν τῶν καλῶν ἔξωθεν ἐπεισκρίνεσθαι͵ ἀλλ΄ ἐφ΄ ἡμῖν εἶναι ὅπερ βουλόμεθα͵ οἷον ἐκ ταμείου τινὸς προχειριζομένους τὸ ἀγαθὸν ἐκ τῆς φύσεως· ἀπὸ μέρους γὰρ περὶ τοῦ παντὸς διδασκόμεθα͵ ὅτι οὐκ ἔστιν ἄλλως τινὰ τῶν κατ΄ ἐπιθυμίαν τυχεῖν͵ μὴ αὐτὸν ἑαυτῷ τὸ ἀγαθὸν χαριζόμενον· διό φησί που πρὸς τοὺς ἀκούοντας ὁ Κύριος͵ ὅτι Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν· καὶ͵ ὅτι Πᾶς ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται· ὡς καὶ τὸ λαβεῖν τὸ ποθούμενον καὶ τὸ εὑρεῖν τὸ ζητούμενον καὶ τὸ ἐντὸς τῶν ἐπιθυμουμένων γενέσθαι͵ ἐφ΄ ἡμῖν εἶναι ὅταν βουλώμεθα καὶ τῆς ἡμετέρας ἐξηρτῆσθαι γνώμης. Ὧ κατὰ τὸ ἀκόλουθον συγκατασκευάζεται͵ καὶ τὸ ἐξ ἐναντίου νοούμενον͵ ὅτι καὶ ἡ πρὸς τὸ χεῖρον ῥοπὴ͵ μηδεμιᾶς ἔξωθεν βιαζομένης ἀνάγκης ἐγγίνεται͵ ἀλλ΄ ὁμοῦ τὸ ἑλέσθαι τὸ κακὸν ὑφίσταται͵ τότε εἰς γένεσιν παραγενόμενον͵ ὅταν ἑλώμεθα· αὐτὸ δὲ ἐφ΄ ἑαυτοῦ κατ΄ ἰδίαν ὑπόστασιν ἔξω προαιρέσεως͵ οὐδαμοῦ τὸ κακὸν εὑρίσκεται κείμενον. Ἐκ δὲ τούτων ἡ αὐτοκρατής τε καὶ αὐτεξούσιος δύναμις͵ ἣν ἐνετεκτήνατο τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων ὁ τῆς φύσεως Κύριος͵ σαφῶς ἐπιδείκνυται͵ διὰ τοῦ πάντα τῆς προαιρέσεως τῆς ἡμετέρας ἠρτῆσθαι͵ εἴτε ἀγαθὰ εἴτε χείρονα· τὴν δὲ θείαν κρίσιν ἀδεκάστῳ καὶ δικαίῳ ψήφῳ τῆς κατὰ τὴν ἡμετέραν πρόθεσιν ἑπομένην͵ ἐκεῖνο νέμειν ἑκάστῳ͵ ὅπερ ἂν ἑαυτῷ τις παρεχόμενος τύχῃ· τοῖς μὲν͵ καθώς φησιν ὁ Ἀπόστολος͵ καθ΄ ὑπομονὴν ἔργου ἀγαθοῦ δόξαν καὶ τιμὴν ζητοῦσι͵ ζωὴν αἰώνιον· τοῖς δὲ ἀπειθοῦσι μὲν τῇ ἀληθείᾳ͵ πειθομένοις δὲ τῇ ἀδικίᾳ͵ ὀργὴν καὶ θλίψιν καὶ πάντα ὅσα τῆς σκυθρωπῆς ἀντιδόσεώς ἐστιν ὀνόματα. Ὥσπερ γὰρ τὰ ἀκριβῆ τῶν κατόπτρων τοιαύτας δείκνυσι τὰς τῶν προσώπων ἐμφάσεις͵ οἷά περ ἂν τὰ πρόσωπα ᾖ͵ φαιδρὰ μὲν τῶν φαιδρυνομένων͵ κατηφῆ δὲ τῶν σκυθρωπαζόντων· καὶ οὐκ ἄν τις αἰτιάσαιτο τὴν τοῦ κατόπτρου φύσιν͵ εἰ σκυθρωπὸν ἐμφανείη τὸ ἀπεικόνισμα τοῦ πρωτοτύπου διὰ κατηφείας συμπεπτωκότος· οὕτω καὶ ἡ δικαία τοῦ Θεοῦ κρίσις ταῖς ἡμετέραις διαθέσεσιν ἐξομοιοῦται͵ οἷά περ ἂν τὰ παρ΄ ἡμῶν ᾖ͵ τοιαῦτα ἡμῖν ἐκ τῶν ἰδίων παρέχουσα.

Δεῦτε͵ φησίν͵ οἱ εὐλογημένοι· καὶ͵ Πορεύεσθε͵ οἱ κατηραμένοι͵ Μή τις ἀνάγκη τῶν ἔξωθεν ἐπὶ τούτων ἐστίν͵ τοῖς δεξιοῖς μὲν τὴν γλυκεῖαν φωνὴν͵ τοῖς δὲ ἀριστεροῖς τὴν σκυθρωπὴν ἀποκληροῦσα; Οὐχ οὗτοι μὲν δι΄ ὧν ἐποίησαν ἔσχον τὸν ἔλεον͵ οἱ δὲ τῷ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἀπηνῶς ἔχειν͵ ἀπηνὲς ἑαυτοῖς τὸ Θεῖον ἐποίησαν; Οὐκ ἠλέησε τὸν τῷ πυλῶνι προσταλαιπωροῦντα πτωχὸν ὁ ταῖς τρυφαῖς διακεχυμένος πλούσιος͵ διὰ τοῦτο ἑαυτῷ ἀποκόπτει τὸν ἔλεον͵ ἐλεηθῆναι δεόμενος καὶ οὐκ ἀκουόμενος· οὐχ ὅτι ζημίαν ἔφερε μία ῥανὶς εἰς τὴν μεγάλην τοῦ παραδείσου πηγὴν͵ ἀλλ΄ ὅτι ἡ τῆς ἐλεημοσύνης σταγὼν ἀμίκτως ἔχει πρὸς τὴν ἀπήνειαν. Τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Οἷα͵ φησίν͵ ἂν σπείρῃ ὁ ἄνθρωπος͵ τοιαῦτα καὶ θερίσει· ὅτι ὁ σπείρων εἰς τὴν σάρκα͵ ἐκ τῆς σαρκὸς θερίσει φθοράν· ὁ δὲ σπείρων εἰς τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον. Σπορὰν οἶμαι τὴν ἀνθρωπίνην εἶναι προαίρεσιν· θέρος δὲ τὴν ἐπὶ τῇ προαιρέσει ἀντίδοσιν. Πολύχους ὁ τῶν ἀγαθῶν στάχυς͵ τοῖς τοιαύτην ἑλομένοις σποράν· ἐπίπονος ἡ ἀκανθολογία τοῖς ἀκανθώδη σπέρματα καταβαλλομένοις τῷ βίῳ. Χρὴ γὰρ πάντως αὐτὸ θερίσαι τινὰ͵ ὅπερ ἔσπειρεν͵ καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλως.


Ὀμορφαίνει ὅ,τι ἀκολουθεῖ μὲ αὐτὸ ποὺ τὸ ὑπερβαίνει

ΕΠΕΙΔΗ καθάπερ τι μουσικὸν ὄργανον ἅπαν τὸ σῶμα δεδημιούργηται͵ ὥσπερ συμβαίνει πολλάκις ἐπὶ τῶν μελῳδεῖν μὲν ἐπισταμένων͵ ἀδυνατούντων δὲ δεῖξαι τὴν ἐπιστήμην͵ τῆς τῶν ὀργάνων ἀχρηστίας οὐ παραδεχομένης τὴν τέχνην (τὸ γὰρ ἢ χρόνῳ φθαρὲν͵ ἢ παρεῤῥηγμένον ἐκ καταπτώσεως͵ ἢ ὑπό τινος ἰοῦ καὶ εὐρῶτος ἠχρειωμένον͵ ἄφθογγον μένει καὶ ἀνενέργητον͵ κἂν ὑπὸ τοῦ προέχειν δοκοῦντος κατὰ τὴν αὐλητικὴν τέχνην ἐμπνέηται), οὕτω καὶ ὁ νοῦς δι΄ ὅλου τοῦ ὀργάνου διήκων καὶ καταλλήλως ταῖς νοητικαῖς ἐνεργείαις͵ καθὸ πέφυκεν͵ ἑκάστῳ τῶν μερῶν προσαπτόμενος͵ ἐπὶ μὲν τῶν κατὰ φύσιν διακειμένων τὸ οἰκεῖον ἐνήργησεν͵ ἐπὶ δὲ τῶν ἀσθενούντων δέξασθαι τὴν τεχνικὴν αὐτοῦ κίνησιν͵ ἄπρακτός τε καὶ ἀνενέργητος ἔμεινε. Πέφυκε γάρ πως ὁ νοῦς πρὸς μὲν τὸ κατὰ φύσιν διακείμενον οἰκείως ἔχειν͵ πρὸς δὲ τὸ παρενεχθὲν ἀπὸ ταύτης ἀλλοτριοῦσθαι. Καί μοι δοκεῖ φυσικώτερον εἶναί τι κατὰ τὸ μέρος τοῦτο θεώρημα͵ δι΄ οὗ μαθεῖν ἔστι τι τῶν ἀστειοτέρων δογμάτων. Ἐπειδὴ γὰρ τὸ κάλλιστον πάντων καὶ ἐξοχώτατον ἀγαθὸν αὐτὸ τὸ Θεῖόν ἐστι͵ πρὸς ὃ πάντα νένευκεν͵ ὅσα τοῦ καλοῦ τὴν ἔφεσιν ἔχει͵ διὰ τοῦτό φαμεν καὶ τὸν νοῦν͵ ἅτε κατ΄ εἰκόνα τοῦ καλλίστου γενόμενον͵ ἕως ἂν μετέχῃ τῆς πρὸς τὸ ἀρχέτυπον ὁμοιότητος͵ καθόσον ἐνδέχεται καὶ αὐτὸν ἐν τῷ καλῷ διαμένειν͵ εἰ δέ πως ἔξω γένοιτο τούτου͵ γυμνοῦσθαι τοῦ κάλλους ἐν ᾧ ἦν. Ὥσπερ δὲ ἔφαμεν τῇ ὁμοιώσει τοῦ πρωτοτύπου κάλλους κατακοσμεῖσθαι τὸν νοῦν͵ οἷόν τι κάτοπτρον τῷ χαρακτῆρι τοῦ ἐμφαινομένου μορφούμενον, κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν καὶ τὴν οἰκονομουμένην ὑπ΄ αὐτοῦ φύσιν ἔχεσθαι τοῦ νοῦ λογιζόμεθα͵ καὶ τῷ παρακειμένῳ κάλλει καὶ αὐτὴν κοσμεῖσθαι οἷόν τι κατόπτρου κάτοπτρον γινομένην, κρατεῖσθαι δὲ ὑπὸ ταύτης καὶ συνέχεσθαι τὸ ὑλικὸν τῆς ὑποστάσεως περὶ ἣν θεωρεῖται ἡ φύσις. Ἕως ἂν οὖν ἔχηται τοῦ ἑτέρου τὸ ἕτερον͵ διὰ πάντων ἀναλόγως ἡ τοῦ ὄντως κάλλους κοινωνία διέξεισι͵ διὰ τοῦ ὑπερκειμένου τὸ προσεχὲς καλλωπίζουσα.

Ἐπειδὰν δέ τις γένηται τῆς ἀγαθῆς ταύτης συμφυΐας διασπασμὸς ἢ καὶ πρὸς τὸ ἔμπαλιν͵ ἀντακολουθῇ τῷ ὑποβεβηκότι τὸ ὑπερέχον, τότε αὐτῆς τε τῆς ὕλης͵ ὅταν μονωθῇ τῆς φύσεως͵ διηνέχθη τὸ ἄσχημον (ἄμορφον γάρ τι καθ΄ ἑαυτὴν ἡ ὕλη καὶ ἀκατάσκευον) καὶ τῇ ἀμορφίᾳ ταύτης συνδιεφθάρη τὸ κάλλος τῆς φύσεως͵ ἣ διὰ τοῦ νοῦ καλλωπίζεται. Καὶ οὕτως ἐπ΄ αὐτὸν τὸν νοῦν τοῦ κατὰ τὴν ὕλην αἴσχους διὰ τῆς φύσεως ἡ διάδοσις γίνεται͵ ὡς μηκέτι τοῦ Θεοῦ τὴν εἰκόνα ἐν τῷ χαρακτῆρι καθορᾶσθαι τοῦ πλάσματος. Οἷον γάρ τι κάτοπτρον κατὰ νώτου τὴν τῶν ἀγαθῶν ἰδέαν ὁ νοῦς ποιησάμενος͵ ἐκβάλλει μὲν τῆς ἐκλάμψεως τοῦ ἀγαθοῦ τὰς ἐμφάσεις͵ τῆς δὲ ὕλης τὴν ἀμορφίαν εἰς ἑαυτὸν ἀναμάσσεται. Καὶ τούτῳ γίνεται τῷ τρόπῳ τοῦ κακοῦ ἡ γένεσις͵ διὰ τῆς ὑπεξαιρέσεως τοῦ καλοῦ παρυφισταμένη. Καλὸν δὲ πᾶν͵ ὅπερ ἂν τύχῃ πρὸς τὸ πρῶτον ἀγαθὸν οἰκείως ἔχον, ὅ τι δ΄ ἂν ἔξω γένηται τῆς πρὸς τοῦτο σχέσεώς τε καὶ ὁμοιώσεως͵ ἄμοιρον τοῦ καλοῦ πάντως ἐστίν. Εἰ οὖν ἓν μὲν κατὰ τὸν θεωρηθέντα λόγον τὸ ὄντως ἀγαθόν, ὁ δὲ νοῦς τῷ κατ΄ εἰκόνα τοῦ καλοῦ γεγενῆσθαι καὶ αὐτὸς ἔχει τὸ καλὸς εἶναι, ἡ δὲ φύσις ἡ ὑπὸ τοῦ νοῦ συνεχομένη͵ καθάπερ τις εἰκὼν εἰκόνος ἐστί, δείκνυται διὰ τούτων͵ ὅτι τὸ ὑλικὸν ἡμῶν συνέστηκε μὲν καὶ περικρατεῖται͵ ὅταν οἰκονομῆται ὑπὸ τῆς φύσεως, λύεται δὲ καὶ διαπίπτει πάλιν͵ ὅταν χωρισθῇ τοῦ περικρατοῦντός τε καὶ συνέχοντος καὶ διασπασθῇ τῆς πρὸς τὸ καλὸν συμφυΐας. Τὸ δὲ τοιοῦτον οὐκ ἄλλως γίνεται ἢ ὅταν τῆς φύσεως πρὸς τὸ ἔμπαλιν γένηται ἡ ἐπιστροφή͵ μὴ πρὸς τὸ καλὸν τῆς ἐπιθυμίας νευούσης͵ ἀλλὰ πρὸς τὸ χρῇζον τοῦ καλλωπίζοντος. Ἀνάγκη γὰρ πᾶσα τῇ πτωχευούσῃ τῆς ἰδίας μορφῆς ὕλῃ κατὰ τὸ ἄσχημόν τε καὶ ἀκαλλὲς συμμεταμορφοῦσθαι τὸ ὁμοιούμενον.


Γινόμαστε πατέρες τοῦ ἑαυτοῦ μας

ΚΑΙΡΟΣ͵ φησί [ὁ Ἐκκλησιαστής]͵ τοῦ τεκεῖν καὶ καιρὸς τοῦ ἀποθανεῖν. Εἴθε κἀμοὶ γένοιτο ἐν καιρῷ τε ὁ τόκος καὶ ὁ εὔκαιρος θάνατος οὐ γὰρ ἄν τις εἴποι τὴν ἀκούσιον ταύτην ὠδῖνα καὶ τὸν αὐτόματον θάνατον παρὰ τοῦ ἐκκλησιαστοῦ νῦν ὡς ἐν ἀρετῆς κατορθώσει προδείκνυσθαι· οὔτε γὰρ ἐπὶ τῷ θελήματι τῆς γυναικὸς ἡ ὠδὶς οὔτε ἐπὶ τῇ προαιρέσει τῶν τελευτώντων ὁ θάνατος. Ὃ δὲ ἐφ΄ ἡμῖν οὐκ ἔστιν͵ οὔτε ἀρετὴν ἄν τις οὔτε κακίαν ὁρίσαιτο. Οὐκοῦν νοῆσαι προσήκει τὸν τόκον τὸν εὔκαιρον καὶ τὸν ἐν καιρῷ γινόμενον θάνατον. Ἐμοὶ δοκεῖ τόκος ὥριμος καὶ οὐκ ἀμβλωθρίδιος εἶναι͵ ὅταν͵ καθώς φησιν Ἡσαΐας͵ ἐκ τοῦ θείου τις φόβου κυοφορήσας διὰ τῶν τῆς ψυχῆς ὠδίνων τὴν ἰδίαν σωτηρίαν γεννήσῃ· ἑαυτῶν γὰρ τρόπον τινὰ πατέρες γινόμεθα͵ ὅταν διὰ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως ἑαυτοὺς πλάσωμέν τε καὶ γεννήσωμεν καὶ εἰς φῶς προαγάγωμεν. Τοῦτο δὲ ποιοῦμεν διὰ τοῦ δέξασθαι ἐν ἑαυτοῖς τὸν Θεόν͵ τέκνα θεοῦ καὶ τέκνα δυνάμεως καὶ υἱοὶ ὑψίστου γενόμενοι. Καὶ πάλιν ἑαυτοὺς ἀμβλίσκομεν καὶ ἀτελεσφορήτους τε καὶ ὑπηνεμίους ἀπεργαζόμεθα͵ ὅταν μὴ μορφωθῇ ἐν ἡμῖν͵ καθώς φησιν ὁ ἀπόστολος͵ ἡ τοῦ Χριστοῦ μορφή. Δεῖ γὰρ εἶναι͵ φησίν͵ ἄρτιον τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον. Ἄρτιος δὲ πάντως ἐκεῖνός ἐστιν͵ ᾧ τελείως ὁ τῆς φύσεως συμπεπλήρωται λόγος. Οὐκοῦν εἰ μέν τις δι΄ ἀρετῆς τέκνον Θεοῦ ἑαυτὸν ἐποίησε λαβὼν ἐξουσίαν τῆς εὐγενείας ταύτης͵ ἔγνω οὗτος τὸν καιρὸν τῆς ἀγαθῆς ὠδῖνος καὶ χαίρει κατὰ τὸ εὐαγγέλιον εἰκότως͵ Ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. Ὁ δὲ γενόμενος τέκνον ὀργῆς καὶ υἱὸς ἀπωλείας καὶ σκότους ἔκγονος͵ γέννημα ἐχίδνης͵ ἔκγονον κακὸν καὶ τὰ ἄλλα πάντα͵ δι΄ ὧν ὁ πονηρὸς διαβάλλεται τόκος͵ οὐκ ἔγνω τὸν ζωογονοῦντα καιρόν· εἷς γὰρ καιρὸς ὁ εἰς ζωὴν τίκτων καὶ οὐ πολλοί. Οὗ ὁ διαμαρτὼν ἐν τῇ ἀκαιρίᾳ τοῦ τόκου τῇ ἀπωλείᾳ ἑαυτὸν ὤδινε καὶ τῷ θανάτῳ τὴν ψυχὴν ἐμαιεύσατο.


Ἀπὸ τὴ φυλακὴ τοῦ βίου αὐτοῦ ἔξω

ΟΠΕΡ εἰκὸς τοὺς ἔξω τοῦ δεσμωτηρίου περὶ τῶν ἔτι καθειργμένων διανοεῖσθαι ὡς ἐλεεινῇ προσταλαιπωρούντων ζωῇ͵ τοῦτο μοι δοκοῦσι καὶ οἱ τῆς τοῦ βίου τούτου φυλακῆς ἔξω γενόμενοι͵ εἴπερ ὅλως δυνατὸν ἦν αὐτοῖς διὰ δακρύων ἐνδείξασθαι τὴν πρὸς τοὺς κακοπαθοῦντας συμπάθειαν͵ θρηνεῖν καὶ δακρύειν τῶν ἐν ταῖς ὀδύναις τοῦ βίου τούτου παρατεινομένων ὅτι μὴ ὁρῶσι τὰ ὑπερκόσμιά τε καὶ ἄϋλα κάλλη͵ θρόνους τε καὶ ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας καὶ κυριότητας καὶ στρατιὰς ἀγγελικὰς καὶ ἐκκλησίας ὁσίων καὶ τὴν ἄνω πόλιν καὶ τὴν ὑπερουράνιον τῶν ἀπογεγραμμένων πανήγυριν. Τὸ γὰρ ὑπερκείμενον τούτων κάλλος͵ ὃ τοὺς καθαροὺς τῇ καρδίᾳ βλέπειν ὁ ἀψευδὴς ἀπεφήνατο λόγος͵ κρεῖττόν τε πάσης ἐλπίδος ἐστὶ καὶ τῆς ἐκ στοχασμῶν εἰκασίας ἀνώτερον. Οὐ τοῦτο δὲ μόνον στεναγμῶν τε καὶ λύπης ἄξιον ἀφ΄ ἡμῶν τοῖς μεταστᾶσιν ἂν ἐνομίσθη͵ ἀλλ΄ ὅτι τοσούτων ἀλγεινῶν περικειμένων τῷ βίῳ τοσαύτη τις ἐνέστηκεν αὐτοῖς ἡ περὶ τὰ μοχθηρὰ συνδιάθεσις͵ ὥστε οὐχ ὡς ἀναγκαίαν τινὰ λειτουργίαν τὴν προσβολὴν αὐτῶν φέρουσιν͵ ἀλλ΄ ὅπως ἂν εἰς τὸ διηνεκὲς παραμένοι ταῦτα τὴν σπουδὴν ποιοῦνται. Ἡ γὰρ περὶ τὰς δυναστείας τε καὶ πλεονεξίας καὶ τὰς ἀπολαυστικὰς ταύτας λαιμαργίας ἐπιθυμία καὶ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον σπουδάζεται ὧν χάριν καὶ ὅπλα καὶ πόλεμοι καὶ ἀλληλοφονίαι καὶ πᾶσα ἡ ἑκουσίως ἐνεργουμένη ταλαιπωρία καὶ δολιότης͵ οὐδὲν ἄλλο ἢ σωρεία τίς ἐστι συμφορῶν ἐκ προαιρέσεως μετὰ σπουδῆς τε καὶ προθυμίας ἐπεισαγομένη τῷ βίῳ. ... Ἐπειδὰν ἡ ὠδὶς τοῦ θανάτου πρὸς ἕτερον βίον τοὺς ἀνθρώπους μαιεύηται͵ αὐτοὶ μὲν ὅταν εἰς τὸ φῶς ἐκεῖνο προέλθωσιν καὶ τοῦ καθαροῦ σπάσωσι Πνεύματος͵ τῇ πείρᾳ γινώσκουσιν ὅσον ἐστὶ τῆς ζωῆς ἐκείνης πρὸς τὴν νῦν τὸ διάφορον͵ οἱ δὲ ὑπολειφθέντες τῷ ὑγρῷ τούτῳ καὶ πλαδῶντι βίῳ ἔμβρυα ὄντες ἀτεχνῶς καὶ οὐκ ἄνθρωποι ταλανίζουσι τὸν προεξελθόντα τῆς περιεχούσης ἡμᾶς συνοχῆς ὡς ἀγαθοῦ τινος ἔξω γενόμενον͵ οὐκ εἰδότες ὅτι ἐκείνῳ καθ΄ ὁμοιότητα τοῦ τεχθέντος βρέφους ἀνοίγεται μὲν ὁ ὀφθαλμός͵ ὅταν ἔξω τοῦ νῦν συνέχοντος γένηται (νοεῖν δὲ χρὴ πάντως τὸν ὀφθαλμὸν τῆς ψυχῆς ᾧ διορᾷ τὴν τῶν ὄντων ἀλήθειαν)͵ ἀνοίγεται δὲ τὸ ἀκουστικὸν αἰσθητήριον͵ δι΄ οὗ τῶν ἀρρήτων ἐπακούει ῥημάτων Ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι καθώς φησιν ὁ ἀπόστολος͵ ἀνοίγεται δὲ τὸ στόμα καὶ ἕλκει τὸ καθαρόν τε καὶ ἄϋλον Πνεῦμα͵ δι΄ οὗ τονοῦται πρὸς τὴν νοητὴν φωνὴν καὶ τὸν ἀληθινὸν Λόγον͵ ὅταν καταμιχθῇ τῷ ἤχῳ τῶν ἑορταζόντων ἐν τῷ τῶν ἁγίων χορῷ· οὕτω δὲ καὶ γεύσεως ἀξιοῦται θείας͵ δι΄ ἧς γινώσκει κατὰ τὴν ψαλμῳδίαν͵ Ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος͵ καὶ διὰ τῆς ὀσφραντικῆς ἐνεργείας τῆς τοῦ Χριστοῦ εὐωδίας ἀντιλαμβάνεται͵ καὶ τὴν ἁπτικὴν προσλαμβάνει δύναμιν ἐφαπτομένη τῆς ἀληθείας ἡ ψυχὴ καὶ ψηλαφῶσα τὸν Λόγον κατὰ τὴν Ἰωάννου μαρτυρίαν.


Θὰ ἔρθει ὁ Θεὸς σὲ σένα

ΟΙ ΦΟΒΟΥΜΕΝΟΙ τὸν κύριον͵ ἐν οἷς ἐστε τόποις͵ αἰνέσατε αὐτόν. Θεοῦ γὰρ προσεγγισμὸν τοπικὴ μετάστασις οὐ κατεργάζεται͵ ἀλλ΄ ὅπουπερ ἂν ᾖς͵ πρὸς σὲ ἥξει ὁ Θεός͵ ἐάν γε τὸ τῆς ψυχῆς σου καταγώγιον τοιοῦτον εὑρεθῇ͵ ὥστε ἐνοικῆσαι τὸν Κύριον ἐν σοὶ καὶ ἐμπεριπατῆσαι. Εἰ δὲ πλήρη ἔχεις τὸν ἔσω ἄνθρωπον λογισμῶν πονηρῶν͵ κἂν ἐπὶ τοῦ Γολγοθᾶ ᾖς κἂν ἐπὶ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν κἂν ὑπὸ τὸ μνῆμα τῆς Ἀναστάσεως͵ τοσοῦτον ἀπέχεις τοῦ τὸν Χριστὸν δέξασθαι ἐν ἑαυτῷ ὅσον οἱ μηδὲ τὴν ἀρχὴν ὁμολογήσαντες. Συμβούλευσον οὖν͵ ἀγαπητέ͵ τοῖς ἀδελφοῖς ἐκδημεῖν ἀπὸ τοῦ σώματος πρὸς τὸν Κύριον καὶ μὴ ἀπὸ Καππαδοκίας εἰς Παλαιστίνην. Εἰ δέ τις τὴν τοῦ Κυρίου φωνὴν προβάλοιτο τὴν παραγγείλασαν τοῖς μαθηταῖς μὴ χωρίζεσθαι ἀπὸ Ἱεροσολύμων͵ νοησάτω τὸ εἰρημένον. Ἐπειδήπερ ἡ τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάρις καὶ διανομὴ οὔπω ἐπεφοίτησε τοῖς Ἀποστόλοις͵ προσέταξεν αὐτοῖς ὁ Κύριος ἐπὶ τὸ αὐτὸ μένειν͵ ἕως ἂν ἐνδύσωνται δύναμιν ἐξ ὕψους. Εἰ μὲν οὖν ὃ ἦν ἀπ΄ ἀρχῆς ἐγίνετο μέχρι τοῦ νῦν͵ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν εἴδει πυρὸς τῶν χαρισμάτων οἰκονομοῦντος ἕκαστον͵ ἔδει πάντας εἶναι ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ ἐν ᾧ ἡ διανομὴ τοῦ χαρίσματος ἐγίνετο· εἰ δὲ τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ͵ καὶ οἱ ἐνταῦθα πιστεύσαντες μέτοχοι γίνονται τοῦ χαρίσματος κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως͵ οὐ κατὰ τὴν ἐπιδημίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις.


Παντοῦ τὴ σκέψη σου τὴ συναντάει ὁ Θεός

ΕΠΕΙΔΗ πάντα κατὰ τὸν ὑψηλότερόν τε καὶ θειότερον λόγον ἐν τῷ Eὐαγγελίῳ καὶ εἴρηται καὶ γεγένηται καὶ οὐκ ἔστιν ὅ,τι μὴ τοιοῦτόν ἐστιν͵ ὃ οὐχὶ πάντως μίξις τις ἐμφαίνεται τοῦ θείου πρὸς τὸ ἀνθρώπινον͵ τῆς μὲν φωνῆς ἢ τῆς πράξεως ἀνθρωπικῶς διεξαγομένης͵ τοῦ δὲ κατὰ τὸ κρυπτὸν νοουμένου τὸ θεῖον ἐμφαίνοντος͵ ἀκόλουθον ἂν εἴη καὶ ἐν τῷ μέρει τούτῳ μὴ τὸ μὲν βλέπειν͵ παρορᾷν δὲ τὸ ἕτερον͵ ἀλλ΄ ἐν μὲν τῷ θανάτῳ καθορᾷν τὸ ἀνθρώπινον͵ ἐν δὲ τῷ τρόπῳ πολυπραγμονεῖν τὸ θειότερον. Ἐπειδὴ γὰρ ἴδιόν ἐστι τῆς θεότητος τὸ διὰ πάντων ἥκειν καὶ τῇ φύσει τῶν ὄντων κατὰ πᾶν μέρος συμπαρεκτείνεσθαι, οὐ γὰρ ἄν τι διαμένοι ἐν τῷ εἶναι͵ μὴ ἐν τῷ ὄντι μένον, τὸ δὲ κυρίως καὶ πρώτως ὂν ἡ θεία φύσις ἐστίν͵ ἣν ἐξ ἀνάγκης πιστεύειν ἐν πᾶσιν εἶναι τοῖς οὖσιν ἡ διαμονὴ τῶν ὄντων καταναγκάζει, τοῦτο διὰ τοῦ σταυροῦ διδασκόμεθα͵ τετραχῆ τοῦ κατ΄ αὐτὸν σχήματος διῃρημένου͵ ὡς ἐκ τοῦ μέσου͵ καθ΄ ὃ πρὸς ἑαυτὸν συνάπτεται͵ τέσσαρας ἀριθμεῖσθαι τὰς προβολάς͵ ὅτι ὁ ἐπὶ τούτου ἐν τῷ καιρῷ τῆς κατὰ τὸν θάνατον οἰκονομίας διαταθεὶς ὁ τὸ πᾶν πρὸς ἑαυτὸν συνδέων τε καὶ συναρμόζων ἐστί͵ τὰς διαφόρους τῶν ὄντων φύσεις πρὸς μίαν σύμπνοιάν τε καὶ ἁρμονίαν δι΄ ἑαυτοῦ συνάγων. Ἐν γὰρ τοῖς οὖσιν ἢ ἄνω τι νοεῖται ἢ κάτω ἢ πρὸς τὰ κατὰ τὸ πλάγιον πέρατα διαβαίνει ἡ ἔννοια. Ἂν τοίνυν λογίσῃ τῶν ἐπουρανίων ἢ τῶν ὑποχθονίων ἢ τῶν καθ΄ ἑκάτερον τοῦ παντὸς περάτων τὴν σύστασιν͵ πανταχοῦ τῷ λογισμῷ σου προαπαντᾷ ἡ θεότης͵ μόνη κατὰ πᾶν μέρος τοῖς οὖσιν ἐνθεωρουμένη καὶ ἐν τῷ εἶναι τὰ πάντα συνέχουσα. Εἴτε δὴ θεότητα τὴν φύσιν ταύτην ὀνομάζεσθαι χρὴ εἴτε λόγον εἴτε δύναμιν εἴτε σοφίαν εἴτε ἄλλο τι τῶν ὑψηλῶν τε καὶ μᾶλλον ἐνδείξασθαι δυναμένων τὸ ὑπερκείμενον͵ οὐδὲν ὁ λόγος ἡμῶν περὶ φωνῆς ἢ ὀνόματος ἢ τύπου ῥημάτων διαφέρεται.

Ἐπεὶ οὖν πᾶσα πρὸς αὐτὸν ἡ κτίσις βλέπει καὶ περὶ αὐτόν ἐστι καὶ δι΄ ἐκείνου πρὸς ἑαυτὴν συμφυὴς γίνεται͵ τῶν ἄνω τοῖς κάτω καὶ τῶν πλαγίων πρὸς ἄλληλα δι΄ ἐκείνου συμφυομένων͵ ἔδει μὴ μόνον δι΄ ἀκοῆς ἡμᾶς πρὸς τὴν τῆς θεότητος κατανόησιν χειραγωγεῖσθαι͵ ἀλλὰ καὶ τὴν ὄψιν γενέσθαι τῶν ὑψηλοτέρων νοημάτων διδάσκαλον͵ ὅθεν καὶ ὁ μέγας ὁρμηθεὶς Παῦλος μυσταγωγεῖ τὸν ἐν Ἐφέσῳ λαόν͵ δύναμιν αὐτοῖς ἐντιθεὶς διὰ τῆς διδασκαλίας πρὸς τὸ γνῶναι τί ἐστι τὸ βάθος καὶ τὸ ὕψος τό τε πλάτος καὶ τὸ μῆκος. Ἑκάστην γὰρ τοῦ σταυροῦ προβολὴν ἰδίῳ ῥήματι κατονομάζει͵ ὕψος μὲν τὸ ὑπερέχον͵ βάθος δὲ τὸ ὑποκείμενον͵ πλάτος τε καὶ μῆκος τὰς πλαγίας ἐκτάσεις λέγων. Καὶ σαφέστερον ἑτέρωθι τὸ τοιοῦτον νόημα πρὸς Φιλιππησίους͵ οἶμαι͵ ποιεῖ οἷς φησὶν ὅτι Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. Ἐνταῦθα τὴν μέσην κεραίαν μιᾷ προσηγορίᾳ διαλαμβάνει͵ πᾶν τὸ διὰ μέσου τῶν ἐπουρανίων καὶ ὑποχθονίων ὀνομάσας ἐπίγειον. Τοῦτο μεμαθήκαμεν περὶ τοῦ σταυροῦ τὸ μυστήριον. Τὰ δὲ ἀπὸ τούτου τοιαῦτα κατὰ τὸ ἀκόλουθον περιέχει ὁ λόγος͵ ὡς ὁμολογεῖσθαι καὶ παρὰ τῶν ἀπίστων μηδὲν ἀλλότριον εἶναι τῆς θεοπρεποῦς ὑπολήψεως. Τὸ γὰρ μὴ ἐμμεῖναι τῷ θανάτῳ καὶ τὰς διὰ τοῦ σιδήρου κατὰ τοῦ σώματος γενομένας πληγὰς μηδὲν ἐμπόδιον πρὸς τὸ εἶναι ποιήσασθαι͵ κατ΄ ἐξουσίαν τε φαίνεσθαι μετὰ τὴν ἀνάστασιν τοῖς μαθηταῖς͵ ὅτε βούλοιτο παρεῖναί τε αὐτοῖς μὴ ὁρώμενον καὶ ἐν μέσῳ γίγνεσθαι͵ μηδὲν τῆς εἰσόδου τῆς διὰ τῶν θυρῶν προσδεόμενον͵ ἐνισχύειν τε τοὺς μαθητὰς τῇ προσφυσήσει τοῦ πνεύματος͵ ἐπαγγέλλεσθαί τε καὶ τὸ μετ΄ αὐτῶν εἶναι καὶ μηδενὶ μέσῳ διατειχίζεσθαι καὶ τῷ μὲν φαινομένῳ πρὸς τὸν οὐρανὸν ἀνιέναι͵ τῷ δὲ νοουμένῳ πανταχοῦ εἶναι καὶ ὅσα τοιαῦτα περιέχει ἡ ἱστορία͵ οὐδὲν τῆς ἐκ τῶν λογισμῶν συμμαχίας προσδέεται πρὸς τὸ θεῖά τε εἶναι καὶ τῆς ὑψηλῆς καὶ ὑπερεχούσης δυνάμεως.


Ἡ χάρη τῆς ὑποταγῆς

ΜΕΤΑ τὸν ἐν τῷ Χριστῷ ἄνθρωπον ὃς ἐγένετο ἀπαρχὴ τῆς φύσεως ἡμῶν δεξάμενος ἐν ἑαυτῷ τὴν θεότητα͵ ὃς καὶ Ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο καὶ Πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν Λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου· μετὰ τοῦτον τοίνυν τὸν ἄνθρωπον͵ τὸν καθόλου τῆς ἁμαρτίας κεχωρισμένον καὶ καταργήσαντα ἐν ἑαυτῷ τοῦ θανάτου τὸ κράτος καὶ πᾶσαν αὐτοῦ ἀρχήν τε καὶ ἐξουσίαν καὶ δύναμιν καταλύσαντα͵ εἴ τις κατὰ τὸν Παῦλον εὑρεθείη͵ τὸν ὡς ἦν δυνατὸν μιμητὴν τοῦ Χριστοῦ γενόμενον ἐν τῇ τοῦ κακοῦ ἀλλοτριώσει͵ ὁ τοιοῦτος τῇ ἀπαρχῇ κατόπιν ἀκολουθήσει ἐν τῷ τῆς παρουσίας καιρῷ· καὶ πάλιν τούτῳ͵ λέγω δὲ καθ΄ ὑπόθεσιν͵ ὁ Τιμόθεος͵ ἂν οὕτω τύχῃ͵ ὁ καθὼς οἷός τε ἦν μιμησάμενος ἐν ἑαυτῷ τὸν διδάσκαλον͵ ἤ τις τοιοῦτος ἕτερος· καὶ οὕτω καθεξῆς ὅσοι διὰ τῆς κατ΄ ὀλίγον τοῦ ἀγαθοῦ ὑφέσεως τῶν ἀεὶ προλαμβανόντων κατόπιν εὑρίσκονται͵ ἕως ἂν εἰς ἐκείνους ἡ ἀκολουθία τῶν ἑπομένων φθάσῃ ἐν οἷς τοῦ κακοῦ πλεονάζοντος ἐλάττων ἡ τοῦ κρείττονος εὑρίσκεται μοῖρα· κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν παρὰ τῶν ἐν κακίᾳ τὸ ἔλαττον ἐχόντων τῆς ἀκολουθίας ἐπὶ τοὺς προέχοντας ἐν τῷ κακῷ τὴν τάξιν τῶν πρὸς τὸ κρεῖττον ἀναλυόντων ποιούσης͵ ἕως ἂν ἐπὶ τὸ ἀκρότατον τοῦ κακοῦ πέρας ἡ τοῦ ἀγαθοῦ πρόοδος φθάσῃ τὴν κακίαν ἐξαφανίζουσα. ὅπερ δὴ τέλος τῆς ἐλπίδος ἐστίν͵ ὡς μηδὲν ὑπεναντίον τῷ ἀγαθῷ περιλειφθῆναι͵ ἀλλὰ διὰ πάντων τὴν θείαν ζωὴν διεξελθοῦσαν ἐξαφανίσαι καθόλου ἐκ τῶν ὄντων τὸν θάνατον͵ προαναιρεθείσης αὐτοῦ τῆς ἁμαρτίας ἀφ΄ ἧς͵ καθὼς εἴρηται͵ τὴν βασιλείαν κατὰ τῶν ἀνθρώπων ὁ θάνατος ἔσχεν.

Πάσης τοίνυν πονηρᾶς ἐξουσίας τε καὶ ἀρχῆς ἐν ἡμῖν καταλυθείσης καὶ μηκέτι μηδενὸς πάθους τῆς φύσεως ἡμῶν κυριεύοντος͵ ἀνάγκη πᾶσα μηδενὸς κατακρατοῦντος ἑτέρου πάντα ὑποταγῆναι τῇ ἐπὶ πάντων ἀρχῇ. Θεοῦ δὲ ὑποταγή ἐστιν ἡ παντελὴς τοῦ κακοῦ ἀλλοτρίωσις. Ὅταν οὖν κατὰ μίμησιν τῆς ἀπαρχῆς ἔξω τοῦ κακοῦ πάντες γενώμεθα͵ τότε ὅλον τὸ φύραμα τῆς φύσεως τῇ ἀπαρχῇ συμμιχθὲν καὶ ἓν κατὰ τὸ συνεχὲς σῶμα γενόμενον τοῦ ἀγαθοῦ μόνου τὴν ἡγεμονίαν ἐφ΄ ἑαυτοῦ δέξεται καὶ οὕτω παντὸς τοῦ τῆς φύσεως ἡμῶν σώματος πρὸς τὴν θείαν τε καὶ ἀκήρατον φύσιν ἀνακραθέντος, ἐκείνη ἡ τοῦ υἱοῦ λεγομένη ὑποταγὴ δι΄ ἡμῶν γίνεται͵ τῆς ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ κατορθωθείσης ὑποταγῆς εἰς αὐτὸν ἀναφερομένης τὸν ἐν ἡμῖν τὴν χάριν τῆς ὑποταγῆς ἐνεργήσαντα. ... Ὅταν οὖν διὰ πάντων ἔλθῃ τὸ ἀγαθόν͵ τότε ὅλον αὐτοῦ τὸ σῶμα ὑποταγήσεται τῇ ζωοποιῷ ἐξουσίᾳ καὶ οὕτως ἡ τοῦ σώματος τούτου ὑποταγή, αὐτοῦ λέγεται εἶναι τοῦ υἱοῦ ὑποταγή, τοῦ ἀνακεκραμένου πρὸς τὸ ἴδιον σῶμα͵ ὅπερ ἐστὶν ἡ ἐκκλησία͵ καθώς φησι πρὸς τοὺς Κολοσσαεῖς ὁ ἀπόστολος͵ οὑτωσὶ λέγων τῷ ῥήματι· Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ θλίψεων ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ͵ ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία͵ ἧς ἐγενόμην διάκονος κατὰ τὴν οἰκονομίαν. Καὶ πρὸς τὴν Κορινθίων ἐκκλησίαν φησίν· Ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Σαφέστερον δὲ τοῖς Ἐφεσίοις τὸ περὶ τούτου παρατίθεται δόγμα δι΄ ὧν φησιν ὅτι Ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή͵ ὁ Χριστός͵ ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας κατ΄ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ· ὡς διὰ τῶν ἀεὶ προστιθεμένων τῇ πίστει ἑαυτὸν τοῦ Χριστοῦ οἰκοδομοῦντος. Ὃς τότε παύσεται ἑαυτὸν οἰκοδομῶν ὅταν εἰς τὸ ἴδιον μέτρον φθάσῃ ἡ τοῦ σώματος αὐτοῦ αὔξησίς τε καὶ τελείωσις καὶ μηκέτι λίπῃ τῷ σώματι τὸ δι΄ οἰκοδομῆς προστιθέμενον͵ πάντων ἐποικοδομηθέντων ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν προφητῶν τε καὶ ἀποστόλων καὶ προσθεμένων τῇ πίστει͵ ὅταν͵ καθώς φησιν ὁ ἀπόστολος͵ Καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ εἰς ἄνδρα τέλειον͵ εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ.

Εἰ τοίνυν κεφαλὴ ὢν αὐτὸς τὸ ἐφεξῆς αὐτοῦ σῶμα οἰκοδομεῖ διὰ τῶν ἀεὶ προστιθεμένων συναρμολογῶν καὶ συμβιβάζων τοὺς πάντας εἰς ἃ πέφυκεν ἕκαστος κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐνεργείας͵ ὥστε ἢ χεῖρα ἢ ὀφθαλμὸν ἢ πόδα ἢ ἀκοὴν ἢ ἄλλο τι γενέσθαι τῶν συμπληρούντων τὸ σῶμα κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς ἑκάστου πίστεως͵ ταῦτα δὲ ποιῶν ἑαυτὸν οἰκοδομεῖ͵ καθὼς εἴρηται͵ δῆλον ἂν εἴη διὰ τούτων ὅτι ἐν πᾶσι γινόμενος εἰς ἑαυτὸν δέχεται πάντας τοὺς ἑνουμένους αὐτῷ διὰ τῆς κοινωνίας τοῦ σώματος καὶ μέλη τοῦ ἰδίου σώματος ποιεῖται τοὺς πάντας͵ ὥστε εἶναι Πολλὰ μὲν μέλη ἓν δὲ σῶμα. Ὁ τοίνυν πρὸς ἑαυτὸν ἡμᾶς ἑνώσας καὶ ἡμῖν ἑνωθεὶς καὶ διὰ πάντων ἓν πρὸς ἡμᾶς γενόμενος τὰ ἡμέτερα οἰκειοῦται πάντα. Κεφάλαιον δὲ τῶν ἡμετέρων ἀγαθῶν ἡ πρὸς τὸ θεῖόν ἐστιν ὑποταγή͵ ὅταν ὁμόφωνος πᾶσα ἡ κτίσις γένηται πρὸς ἑαυτὴν καὶ Πᾶν αὐτῷ γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Τότε πάσης τῆς κτίσεως ἓν σῶμα γενομένης καὶ πάντων διὰ τῆς ὑπακοῆς μετ΄ ἀλλήλων ἐν αὐτῷ συμφυέντων͵ τὴν τοῦ ἰδίου σώματος πρὸς τὸν Πατέρα ὑποταγὴν εἰς ἑαυτὸν ἀναφέρει. ... Πάντων τοίνυν τῶν ποτε ἐχθρῶν ὑποπόδιον τῶν ποδῶν τοῦ θεοῦ γενομένων ἐν τῷ δέξασθαι τὸ θεῖον ἴχνος ἐν ἑαυτοῖς͵ καὶ τοῦ θανάτου καταργηθέντος (μὴ γὰρ ὄντων τῶν ἀποθνῃσκόντων οὐδὲ ὁ θάνατος ἔσται πάντως)͵ τότε ἐν τῇ πάντων ἡμῶν ὑποταγῇ͵ ἥτις οὐχὶ δουλικὴ νοεῖται ταπεινότης ἀλλὰ βασιλεία καὶ ἀφθαρσία καὶ μακαριότης͵ ὁ ἐν ἡμῖν ζῶν ὑποταγήσεσθαι τῷ θεῷ παρὰ τοῦ Παύλου λέγεται͵ ὁ τὸ ἀγαθὸν ἡμῶν δι΄ ἑαυτοῦ τελειῶν καὶ ποιῶν ἑαυτῷ ἐν ἡμῖν τὸ εὐάρεστον.


Ἔγιναν παιδιά

ΟΦΘΑΛΜΟΥ ῥομφαία τὸ διὰ παντὸς ὁρᾶν πρὸς τὸν κύριον καὶ ὀρθὰ βλέπειν καὶ μηδενὶ τῶν ῥυπαρῶν θεαμάτων καταμολύνεσθαι͵ ἀκοῆς ὅπλον ὡσαύτως ἡ τῶν θείων διδαγμάτων ἀκρόασις καὶ τὸ μηδέποτε μάταιον λόγον ἐν ἑαυτῇ παραδέξασθαι. Οὕτως ἔστιν ὁπλίσαι καὶ τὴν γεῦσιν καὶ τὴν ἁφὴν καὶ τὴν ὄσφρησιν τῇ τῆς ἐγκρατείας ῥομφαίᾳ καταλλήλως ἑκάστην τῶν αἰσθήσεων θωρακίζοντα͵ δι΄ ὧν γίνεται θάμβος καὶ ἔκπληξις τοῖς σκοτεινοῖς ἐχθροῖς͵ ὧν καιρὸς εἰς τὴν κατὰ τῶν ψυχῶν ἐπιβουλὴν ἡ νὺξ γίνεται καὶ τὸ σκότος. Ἐν ταύτῃ γὰρ εἶπεν ὁ προφήτης τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ τὴν πονηρὰν βρῶσιν ἑαυτοῖς ἐκ τῶν τοῦ θεοῦ ποιμνίων περιεργάζεσθαι· Ἔθου γάρ͵ φησί͵ σκότος καὶ ἐγένετο νύξ· ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ͵ σκύμνοι ὠρυόμενοι ἁρπάσαι. Ἐπειδὴ τοίνυν Ἰσραὴλ γίνεται πᾶς ὁ σῳζόμενος (οὐ γὰρ πάντες οἱ ἐξ Ἰσραὴλ οὗτοι Ἰσραήλ͵ ἀλλ΄ ὅσοι βλέπουσι τὸν θεὸν ἐκ τῆς ἐνεργείας κυρίως τῇ προσηγορίᾳ ταύτῃ κατονομάζονται)͵ ἴδιον δὲ τοῦ ὁρῶντός ἐστι τὸν θεὸν τὸ μηδενὶ τῶν αἰσθητηρίων πρὸς ἁμαρτίαν βλέπειν (οὐδεὶς γὰρ δύναται πρὸς δύο κυρίους ὁρᾶν͵ ἀλλὰ χρὴ τὸν ἕνα μισηθῆναι πάντως͵ εἰ μέλλοι ἀγαπᾶσθαι ὁ ἕτερος)͵ τούτου χάριν μία κλίνη τοῦ βασιλέως γίνεται πᾶν τὸ σῳζόμενον· εἰ γὰρ πάντες ὄψονται τὸν θεὸν οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ γενόμενοι͵ οἱ δὲ τὸν θεὸν ἰδόντες Ἰσραὴλ κυρίως γίνονταί τε καὶ ὀνομάζονται͵ δώδεκα δὲ διαιρεῖται φυλαῖς κατά τινα λόγον ἀπόρρητον τοῦτο τὸ ὄνομα͵ καλῶς τὸ πλήρωμα τῶν σῳζομένων τῷ ἀριθμῷ τῶν ἑξήκοντα κεφαλαιοῦται ἑνὸς μὲν ἀφ΄ ἑκάστου μέρους λαμβανομένου͵ εἰς πέντε δὲ ὁπλίτας κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν αἰσθήσεων τοῦ ἑνὸς τούτου μεριζομένου. Οὐκοῦν πάντες οἱ τὴν θείαν ἐνδυσάμενοι πανοπλίαν μίαν κυκλοῦσι τοῦ βασιλέως κλίνην εἷς Ἰσραὴλ οἱ πάντες γενόμενοι καὶ διὰ τῶν δώδεκα φυλῶν τῆς πενταχῇ νοουμένης ἀριστείας εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑξήκοντα πάντως ἀνακεφαλαιουμένου τοῦ τῶν ἀριστέων πληρώματος μία παράταξις καὶ στρατὸς εἷς καὶ μία κλίνη͵ τουτέστιν ἐκκλησία μία καὶ λαὸς εἷς καὶ νύμφη μία οἱ πάντες γενήσονται ὑφ΄ ἑνὶ ταξιάρχῃ καὶ Ἐκκλησιαστῇ καὶ Νυμφίῳ πρὸς ἑνὸς σώματος κοινωνίαν συναρμοζόμενοι. Τὸ δὲ κλίνην τὴν ἀνάπαυσιν εἶναι τῶν σῳζομένων καὶ ἐκ τῆς τοῦ Κυρίου φωνῆς διδασκόμεθα͵ ὅς φησι πρὸς τὸν ἀναιδῶς ἐν νυκτὶ θυροκρουστοῦντα ὅτι ῎Ηδη ἡ θύρα κέκλεισται καὶ τὰ παιδία μετ΄ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς κοίτης ἐστίν. Καλῶς δὲ τοὺς διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τὸ ἀπαθὲς ἑαυτοῖς κατορθώσαντας παιδία κατονομάζει ὁ λόγος δόγμα διὰ τούτων ἡμῖν ὑφηγούμενος͵ ὅτι τὸ ἐξ ἐπιμελείας προσγινόμενον ἡμῖν ἀγαθὸν οὐκ ἄλλο τί ἐστι παρὰ τὸ ἐξ ἀρχῆς ἐναποτεθὲν τῇ φύσει· ὅ τε γὰρ τῷ μηρῷ τὴν ῥομφαίαν διαζωσάμενος διὰ προσοχῆς τοῦ κατ΄ ἀρετὴν βίου τὸ πάθος ἀπεσκευάσατο τό τε νήπιον τῇ ἡλικίᾳ ἀναισθήτως ἔχει τοῦ τοιούτου πάθους· οὐ γὰρ χωρεῖ τὸ πάθος ἡ νηπιότης. Οὐκοῦν ταὐτόν ἐστιν ὁπλίτας τε περὶ τὴν κλίνην εἶναι μαθεῖν καὶ νήπια ἐπὶ τῆς κοίτης ἀναπαυόμενα. Μία γὰρ ἐπ΄ ἀμφοτέρων ἡ ἀπάθεια τῶν τε μὴ παραδεξαμένων καὶ τῶν ἀπωσαμένων τὸ πάθος. Οἱ μὲν γὰρ οὔπω ἔγνωσαν͵ οἱ δὲ πρὸς τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἑαυτοὺς ἐπανήγαγον στραφέντες καὶ παιδία τῇ ἀπαθείᾳ γενόμενοι. Ὡς μακάριον τὸ ἐν τούτοις εὑρεθῆναι ἢ παιδίον ἢ ὁπλίτην ἢ ἀληθινὸν Ἰσραηλίτην γενόμενον͵ ὡς μὲν Ἰσραηλίτην ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ τὸν Θεὸν ὁρῶντα͵ ὡς δὲ ὁπλίτην ἐν ἀπαθείᾳ καὶ καθαρότητι τὴν τοῦ βασιλέως κλίνην͵ τουτέστιν τὴν ἑαυτοῦ καρδίαν φυλάσσοντα͵ ὡς δὲ παιδίον ἐπὶ τῆς μακαρίας κοίτης ἀναπαυόμενον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν͵ ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Ὅταν ἡ ψυχὴ βλέπει στὸ ἀρχέτυπο

ΟΠΕΡ ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν γίνεται τοῦτο καὶ ἡ ψυχὴ μιμησάσθω. Καὶ γὰρ κἀκεῖνοι ἐπειδὴ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς ἐκ φύσεως δύναμις πρὸς τὴν ἑαυτῶν θεωρίαν τὴν ὀπτικὴν ἐνέργειαν ἐπαναστρέψαι καὶ ἑαυτοὺς κατιδεῖν, ἐν κατόπτρῳ τὸ εἶδός τε καὶ τὸ σχῆμα τοῦ ἰδίου θεασάμενοι κύκλου διὰ τῆς εἰκόνος ἑαυτοὺς καθορῶσιν. Οὕτως χρὴ καὶ τὴν ψυχὴν πρὸς τὴν ἰδίαν ἀπιδεῖν εἰκόνα καὶ ὅπερ ἂν ἴδῃ ἐν τῷ χαρακτῆρι ᾧ ἀφωμοίωται͵ ὡς ἴδιον ἑαυτῆς τοῦτο θεάσασθαι. Ἀλλὰ μικρὸν ὑπαλλάξαι τι προσήκει τοῦ ὑποδείγματος͵ ἵνα οἰκειωθῇ τῷ λόγῳ τὸ νόημα· ἐπὶ μὲν γὰρ τῆς ἐν τῷ κατόπτρῳ μορφῆς ἡ εἰκὼν πρὸς τὸ ἀρχέτυπον σχηματίζεται͵ ἐπὶ δὲ τοῦ τῆς ψυχῆς χαρακτῆρος τὸ ἔμπαλιν νενοήκαμεν· κατὰ γὰρ τὸ θεῖον κάλλος τὸ τῆς ψυχῆς εἶδος ἀπεικονίζεται. Οὐκοῦν ὅταν πρὸς τὸ ἀρχέτυπον ἑαυτῆς βλέπῃ ἡ ψυχή͵ τότε δι΄ ἀκριβείας ἑαυτὴν καθορᾷ.

ΕΙ τις μικρὸν ἀποστήσας τοῦ σώματος τὴν διάνοιαν καὶ τῆς τῶν παθῶν δουλείας τε καὶ ἀφροσύνης ἔξω γενόμενος ἀδόλῳ καὶ εἰλικρινεῖ λογισμῷ τὴν αὐτὸς ἑαυτοῦ κατίδοι ψυχήν͵ ὄψεται καθαρῶς ἐν τῇ ταύτης φύσει τοῦ Θεοῦ τήν τε πρὸς ἡμᾶς ἀγάπην καὶ τὸ βούλημα τῆς ἐκείνου δημιουργίας.


Κεφαλὴ τῆς ψυχῆς

ΔΙΔΑΣΚΕΙ [ὁ Ἐκκλησιαστὴς] τίς ἐστιν ἡ ἀνθρωπίνη σοφία͵ ὅτι τὸ ἐπακολουθῆσαι τῇ ὄντως σοφίᾳ͵ ἣν καὶ βουλὴν ὀνομάζει ποιητικὴν τῶν ἀληθῶς ὄντων τε καὶ ὑφεστώτων καὶ μὴ ἐν ματαιότητι θεωρουμένων͵ τοῦτο τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας ἐστὶ τὸ κεφάλαιον· ἡ δὲ ὄντως σοφία καὶ ἡ βουλὴ οὐδὲν ἄλλο κατά γε τὸν ἐμὸν λόγον ἐστὶ πλὴν τῆς τοῦ παντὸς προεπινοουμένης σοφίας. Αὕτη δέ ἐστιν͵ ἐν ᾗ τὰ πάντα ἐποίησεν ὁ θεός͵ καθώς φησιν ὁ προφήτης͵ ὅτι Πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας͵ Χριστὸς δὲ θεοῦ δύναμις καὶ θεοῦ σοφία͵ ἐν ᾗ τὰ πάντα ἐγένετο καὶ διεκοσμήθη. Εἰ οὖν τοῦτό ἐστιν ἡ ἀνθρωπίνη σοφία τὸ ἐν περινοίᾳ τῶν ἀληθινῶν ἔργων τῆς ὄντως σοφίας τε καὶ βουλῆς γενέσθαι͵ ἔργον δὲ τῆς βουλῆς ἐκείνης ἤτοι τῆς σοφίας κατά γε τὸν ἐμὸν λόγον ἡ ἀφθαρσία ἐστὶν ἥ τε τῆς ψυχῆς μακαριότης καὶ ἡ ἀνδρεία καὶ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ φρόνησις καὶ πᾶν τὸ κατ΄ ἀρετὴν νοούμενον ὄνομά τε καὶ νόημα͵ τάχα δι΄ ἀκολούθου τῇ γνώσει τῶν ἀγαθῶν προσαγόμεθα. Ἐπειδὴ γὰρ ταῦτα εἶδον͵ φησί͵ καὶ ὥσπερ ἐν ζυγῷ διέκρινα τὸ ὂν τοῦ μὴ ὄντος͵ εὗρον τὴν διαφορὰν τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀφροσύνης͵ οἵαπερ ἂν εὑρεθείη φωτὸς ἀντεξεταζομένου πρὸς ζόφον. Καί μοι δοκεῖ προσηκόντως τῷ κατὰ τὸ φῶς ὑποδείγματι πρὸς τὴν τοῦ καλοῦ χρήσασθαι κρίσιν. Ἐπειδὴ γὰρ τὸ σκότος τῇ ἑαυτοῦ φύσει ἀνύπαρκτον (εἰ γὰρ μὴ εἴη τι τὸ ἀντιφράσσον τὴν ἡλιακὴν ἀκτῖνα͵ σκότος οὐκ ἔσται)͵ τὸ δὲ φῶς αὐτὸ ἐφ΄ ἑαυτοῦ ἐστιν ἐν ἰδίᾳ οὐσίᾳ κατανοούμενον͵ δείκνυσι τῷ ὑποδείγματι͵ ὅτι ἡ κακία καθ΄ ἑαυτὴν οὐχ ὑφέστηκεν͵ ἀλλὰ τῇ στερήσει τοῦ ἀγαθοῦ παρυφίσταται͵ τὸ δὲ ἀγαθὸν ἀεὶ ὡσαύτως ἔχει μόνιμόν τε καὶ πάγιον καὶ οὐδεμιᾷ τινος προηγουμένου στερήσει παρυφιστάμενον. Τὸ δὲ ἐκ τοῦ ἐναντίου τῷ ἀγαθῷ νοούμενον κατ΄ οὐσίαν οὐκ ἔστιν· ὃ γὰρ ἐφ΄ ἑαυτοῦ οὐκ ἔστιν͵ οὐδὲ ἔστιν ὅλως· στέρησις γὰρ τοῦ ὄντος ἐστὶν ἡ κακία καὶ οὐχὶ ὕπαρξις. Ἴση τοίνυν ἡ διαφορὰ τοῦ φωτὸς πρὸς τὸ σκότος καὶ τῆς σοφίας πρὸς ἀφροσύνην ἐστίν. Ἀπὸ μέρους γὰρ ἅπαν τὸ ἀγαθὸν περιλαμβάνει τῷ τῆς σοφίας ὀνόματι καὶ τῇ ἀφροσύνῃ πᾶσαν κακοῦ φύσιν συνερμηνεύει.

Ἀλλὰ τί κέρδος ἡμῖν ἐκ τοῦ θαυμάσαι τὸ ἀγαθόν͵ εἰ μή τις καὶ ἔφοδος παρὰ τοῦ διδασκάλου πρὸς τὴν τούτου κτῆσιν ὑποδειχθείη; Πῶς οὖν ἔστι καὶ ἡμᾶς ἐν τῇ τοῦ καλοῦ μετουσίᾳ γενέσθαι͵ ἀκούσωμεν τοῦ διδάσκοντος. Τοῦ σοφοῦ͵ φησίν͵ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐν κεφαλῇ αὐτοῦ. Τί ταῦτα λέγει; Ἔστι γάρ τι ζῷον ὅλως͵ ὃ ἔξω τῆς κεφαλῆς ἔχει τὰ τῶν ὀφθαλμῶν αἰσθητήρια͵ κἂν ἔνυδρον εἴπῃς κἂν χερσαῖον κἂν ἐναέριον; Ἐν πᾶσι γὰρ ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ λοιποῦ προβέβληται σώματος καὶ τῇ κεφαλῇ τῶν ἐχόντων κεφαλὴν ἐγκαθίδρυται. Πῶς οὖν ἐνταῦθα μόνου λέγει τοῦ σοφοῦ τὴν κεφαλὴν ὠμματῶσθαι; Ἢ τοῦτο πάντως ὑποσημαίνει τῷ λόγῳ͵ ὅτι ἀναλογία τίς ἐστι τῶν ἐν τῇ ψυχῇ θεωρουμένων πρὸς τὰ τοῦ σώματος μέρη; Καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῆς σωματικῆς διαπλάσεως τὸ προέχον τοῦ ὅλου κεφαλὴ ὀνομάζεται͵ οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς τὸ ἡγεμονικόν τε καὶ προτεταγμένον ἀντὶ κεφαλῆς νοεῖται· καὶ ὃν τρόπον πτέρναν τὴν τοῦ ποδὸς βάσιν προσαγορεύομεν͵ οὕτως ἂν εἴη τις καὶ τῆς ψυχῆς βάσις͵ δι΄ ἧς ἐφάπτεται τῆς συμφυΐας τοῦ σώματος͵ ὅθεν τὴν αἰσθητικὴν δύναμίν τε καὶ ἐνέργειαν τῷ ὑποκειμένῳ ἐνίησιν. Ὅταν τοίνυν ἡ διορατική τε καὶ θεωρητικὴ τῆς ψυχῆς δύναμις πρὸς τὰ αἰσθητὰ τὴν ἀσχολίαν ἔχῃ͵ εἰς τὰς πτέρνας αὐτῆς ἡ τῶν ὀφθαλμῶν φύσις ἀντιμεθίσταται͵ δι΄ ὧν τὰ κάτω βλέπει͵ τῶν ὑψηλῶν θεαμάτων ἀθέατος μένουσα. Εἰ δὲ γνωρίσασα τῶν ὑποκειμένων τὸ μάταιον ἀναγάγοι τὰς ὄψεις ἐπὶ τὴν ἑαυτῆς κεφαλήν͵ ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστός͵ καθὼς διερμηνεύει ὁ Παῦλος͵ μακαριστὴ ἂν γένοιτο τῆς ὀξυωπίας͵ ἐκεῖ ἔχουσα τοὺς ὀφθαλμούς͵ ὅπου οὐκ ἔστιν ἡ τοῦ κακοῦ ἐπισκότησις.

Παῦλος ὁ μέγας καὶ εἴ τινες ἄλλοι κατ΄ ἐκεῖνον μεγάλοι ἐν τῇ κεφαλῇ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἶχον καὶ πάντες οἱ ἐν Χριστῷ ζῶντες καὶ κινούμενοι καὶ ὄντες. Ὡς γὰρ οὐκ ἔστι τὸν ἐν φωτὶ ὄντα σκότος ἰδεῖν͵ οὕτως οὐκ ἔστι τὸν ἐν Χριστῷ τὸν ὀφθαλμὸν ἔχοντα πρός τι τῶν ματαίων ἐνατενίσαι. Ὁ οὖν ἐν τῇ κεφαλῇ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχων (κεφαλὴν δὲ τὴν τοῦ παντὸς ἀρχὴν ἐνοήσαμεν) ἐν πάσῃ ἀρετῇ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχει (Χριστὸς γάρ ἐστιν ἡ παντελὴς ἀρετή)͵ ἐν ἀληθείᾳ͵ ἐν δικαιοσύνῃ͵ ἐν ἀφθαρσίᾳ͵ ἐν παντὶ ἀγαθῷ. Τοῦ οὖν σοφοῦ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐν κεφαλῇ αὐτοῦ͵ ὁ δὲ ἄφρων ἐν σκότει πορεύεται. Ὁ γὰρ μὴ ἐπὶ τὴν λυχνίαν τὸν ἑαυτοῦ λύχνον προτείνας͵ ἀλλ΄ ὑποβαλὼν τῇ βάσει τῆς κλίνης τὸ φέγγος ἑαυτῷ σκότος ἐποίησεν͵ δημιουργὸς τοῦ ἀνυπάρκτου γενόμενος· μάταιον δὲ τὸ ἀνύπαρκτον. Ἴσον οὖν ἐστι κατὰ τὸ σημαινόμενον τῷ ματαίῳ τὸ σκότος. Τοῦ τοίνυν ἄφρονος ἡ ψυχὴ φιλοσώματός τις καὶ σαρκώδης γεγενημένη ἐν τῷ ταῦτα βλέπειν βλέπει οὐδέν· σκότος γάρ ἐστιν ἀληθῶς ἡ ἐν τούτοις ὀξυωπία. Ὁρᾷς τοὺς δριμεῖς τούτους καὶ εὐστρόφους κατὰ τὸν βίον͵ οὓς δικανικοὺς ὀνομάζομεν͵ ὅπως ἑαυτοῖς δι΄ ἐπινοίας τὴν ἀδικίαν ἐξευμαρίζουσι μάρτυσι͵ συνηγόροις͵ ἐγγράφοις͵ τῇ τῶν δικαστῶν θεραπείᾳ͵ ὥστε καὶ τὸ κακὸν κατεργάσασθαι καὶ ἐκδῦναι τὴν τιμωρίαν; Τίς οὐ θαυμάζει τὸ ἀγχίνουν τῶν τοιούτων καὶ εὐπερίβλεπτον; Ἀλλ΄ ὅμως τυφλοί εἰσιν οὗτοι͵ εἰ πρὸς ἐκεῖνον τὸν ὀφθαλμὸν ἐξετάζοιντο τὸν τὰ ἄνω βλέποντα͵ τὸν τῇ κεφαλῇ τῶν ὄντων ἐγκείμενον.


Ἂν γεννηθεῖ μέσα μας ἡ σοφία

ΕΑΝ γεννηθῇ ἐν ἡμῖν ἡ σοφία͵ τότε παρὰ τοῦ θεοῦ κατασκευάζεται ἐν ἑκάστῳ ἥ τε χώρα καὶ ἡ ἀοίκητος͵ χώρα μὲν ἡ δεχομένη τοῦ λόγου τὴν σπορὰν καὶ τὴν ἄροσιν͵ ἀοίκητος δὲ ἡ τῶν πονηρῶν οἰκητόρων χωριζομένη καρδία͵ καὶ οὕτως ἔσται ἡμῶν ἡ οἴκησις ἐπὶ τῶν ἄκρων τῆς γῆς. Ἐπειδὴ γὰρ τῆς γῆς τὸ μέν τι βάθος ἐστὶν τὸ δὲ ἐπιπόλαιον͵ ὅταν τις μὴ ὑπόγειος γένηται μηδὲ σπηλαιώδης ἐν τῷ τὰ κάτω φρονεῖν (οἷός ἐστιν τῶν ἐν ἁμαρτίαις ζώντων ὁ βίος τῶν ἐμπεπηγότων τῇ ἀνυποστάτῳ τοῦ βυθοῦ ἰλύϊ͵ οἷς ἀληθῶς φρέαρ ἐστὶν ἡ ζωὴ κατὰ τὴν ψαλμῳδίαν τὴν λέγουσαν Μηδὲ συσχέτω ἐπ΄ ἐμὲ φρέαρ τὸ στόμα αὐτοῦ)͵ ἐὰν οὖν τις ἐγγεννηθείσης αὐτῷ τῆς σοφίας τὰ ἄνω φρονῇ͵ τοσοῦτον τῆς γῆς ἐφαπτόμενος ὅσον ἐπάναγκες͵ οὗτος τὰ ἄκρα τῆς ὑπ΄ οὐρανὸν οἰκεῖ͵ οὐκ ἐμβαθύνων τῷ γηΐνῳ φρονήματι͵ τούτῳ τὸν οὐρανὸν ἑαυτῷ ἀντὶ τῆς γῆς ἑτοιμάζοντι ἡ σοφία πάρεστι. Καὶ ὅταν τὴν τῶν ἄνωθεν νεφῶν διδασκαλίαν ἰσχυρὰν ἑαυτῷ ποιῇ͵ εἰς ἔργον ἄγων τὰ παραγγέλματα͵ τήν τε μεγάλην καὶ εὐρύχωρον τῆς κακίας θάλασσαν τῇ ἀκριβεῖ πολιτείᾳ καθάπερ ἠϊόνι τινὶ διαλαβὼν κωλύῃ τὸ ἐμπαθὲς ὕδωρ προϊέναι τοῦ στόματος͵ κἂν ἐν πηγαῖς κατάσχῃ͵ τῷ τῆς διδασκαλίας χαρίσματι μετ΄ ἀσφαλείας προχέων τοῦ λόγου τὸ νᾶμα͵ ὡς μή τινι παρασχεῖν τὸ ποτὸν ἀντὶ καθαροῦ ὕδατος ἀνατροπὴν θολεράν͵ κἂν ὑπεραρθεὶς πάσης γηΐνης βάσεως διαέριος τῷ βίῳ γένηται͵ ἐπὶ τῆς πνευματικῆς βεβηκὼς πολιτείας͵ ἣν ἀνέμους ὁ λόγος ὠνόμασεν͵ ἕστε εἰς θρόνον τοῦ ἐν αὐτῷ καθιδρυμένου ἀφορισθῆναι (οἷος ἦν ὁ Παῦλος ἀφωρισμένος εἰς Εὐαγγέλιον͵ πρὸς τὸ γενέσθαι σκεῦος ἐκλογῆς͵ πρὸς τὸ βαστάσαι τὸ ὄνομα τοῦ θεοῦ͵ ὃς ἄλλῳ λόγῳ θρόνος ἐγένετο ὁ τὸν ἐφ΄ ἑαυτοῦ καθιδρυμένον βαστάζων)͵ ὅταν ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα κατορθωθῇ͵ ὥστε εὐφραίνεσθαι ἤδη τὸν ἐν ἑαυτῷ τὴν οἰκουμένην τοῦ Θεοῦ συντελέσαντα͵ εὐφραινόμενον ὅτι οὐχὶ θηρίων τινῶν καὶ ἀλόγων͵ ἀλλ΄ ἀνθρώπων πατὴρ ἐγένετο (οὗτοι δ΄ ἂν εἶεν οἱ θεοειδεῖς λογισμοὶ οἱ κατὰ τὴν θείαν εἰκόνα μορφούμενοι διὰ τῆς εἰς τὸν κτισθέντα ἐν ἡμῖν καὶ γεννηθέντα καὶ θεμελιωθέντα πίστεως͵ ἡ δὲ πίστις κατὰ τὴν Παύλου φωνὴν ὁ θεμέλιος νοεῖται͵ δι΄ ἧς γεννᾶται ἐν τοῖς πιστοῖς ἡ σοφία καὶ πάντα τὰ εἰρημένα ἐργάζεται)͵ τότε μακάριος ὡς ἀληθῶς ὁ τοῦ κατωρθωκότος γίνεται βίος͵ ᾧ ἁρμόζει καὶ ἐπευφραίνεται ἐν παντὶ καιρῷ ἡ σοφία͵ τῷ καθ΄ ἡμέραν αὐτῇ μόνῃ προσχαιρομένῳ. Εὐφραίνεται γὰρ ὁ Κύριος ἐπὶ τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ καὶ ἐν οὐρανῷ χαρὰ γίνεται ἐπὶ τοῖς σῳζομένοις καὶ ὁ χρηστὸς Πατὴρ ἐπὶ τῷ ἀνασωθέντι υἱῷ ἑορτάζει.


Διαρκῶς νὰ προσέχεις τὸν ἑαυτό σου

ΠΟΛΛΟΙ τῶν ἀνθρώπων οὐκ αὐτοὶ κρίνουσιν ὅπως ἔχει τὰ πράγματα φύσεως͵ ἀλλὰ πρὸς τὴν συνήθειαν τῶν προβεβιωκότων ὁρῶντες τῆς ὑγιοῦς τῶν ὄντων κρίσεως ἁμαρτάνουσιν οὐκ ἔμφρονά τινα λογισμὸν ἀλλὰ συνήθειαν ἄλογον τοῦ καλοῦ κριτήριον προβαλλόμενοι, ὅθεν εἰς ἀρχάς τε καὶ δυναστείας ἑαυτοὺς εἰσωθοῦσι καὶ τὰς ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ περιφανείας καὶ τοὺς ὑλικοὺς ὄγκους περὶ πολλοῦ ποιοῦνται͵ ἄδηλον ὄν͵ εἰς ὅ τι τούτων ἕκαστον καταλήξει μετὰ τὸν τῇδε βίον. Οὐ γὰρ ἀσφαλὴς τῶν μελλόντων ἐγγυητὴς ἡ συνήθεια͵ ἧς τὸ πέρας ἐρίφων εὑρίσκεται πολλάκις οὐχὶ προβάτων ἀγέλη. Νοεῖς δὲ πάντως τὸν λόγον ἐκ τῆς τοῦ Εὐαγγελίου φωνῆς. Ὁ δὲ πρὸς τὸ ἴδιον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως βλέπων (τοῦτο δέ ἐστιν ὁ λόγος) καταφρονήσει μὲν τῆς ἀλόγου συνηθείας͵ οὐδὲν δὲ ὡς καλὸν αἱρήσεται͵ ὃ μὴ τῇ ψυχῇ φέρει τι κέρδος. Οὐκοῦν οὐ χρὴ πρὸς τὰ ἴχνη τῶν βοσκημάτων βλέπειν͵ ἃ τῷ γεώδει βίῳ διὰ τῶν πτερνῶν ἐνσημαίνονται οἱ προωδευκότες τὸν βίον· ἀφανὴς γὰρ ἐκ τῶν φαινομένων ἡ τοῦ προτιμοτέρου κρίσις͵ ἕως ἂν ἔξω τοῦ βίου γενώμεθα κἀκεῖ γνῶμεν͵ τίσιν ἠκολουθήσαμεν. Ὁ τοίνυν μὴ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων διακρίνων τὸ καλὸν ἐκ τοῦ χείρονος ἀλλὰ τοῖς ἴχνεσι τῶν προωδευκότων ἑπόμενος τὴν παρελθοῦσαν τοῦ βίου συνήθειαν διδάσκαλον τῆς ἰδίας ζωῆς προβαλλόμενος λανθάνει πολλάκις κατὰ τὸν καιρὸν τῆς δικαίας κρίσεως ἔριφος ἀντὶ προβάτου γενόμενος. Oὐκοῦν ταῦτα λεγόντων ἔστιν ἀκούειν τῶν φίλων ὅτι σύ͵ ὦ ψυχή͵ ἡ ἐκ μελαίνης γενομένη καλή͵ εἴ σοι μέλει τοῦ διαιωνίζειν σοι τῆς εὐμορφίας τὴν χάριν͵ μὴ τοῖς ἴχνεσιν ἐπιπλανῶ τῶν προωδευκότων τὸν βίον· ἄδηλον γὰρ εἰ μὴ τρίβος ἐρίφων ἐστὶ τὸ φαινόμενον͵ ᾗ σὺ κατόπιν ἀκολουθοῦσα διὰ τὸ μὴ φαίνεσθαί σοι τοὺς διὰ τῶν ἰχνῶν τὴν ἀτραπὸν τρίψαντας͵ ἐπειδὰν παρέλθῃς τὸν βίον καὶ κατακλεισθῇς ἐν τῇ τοῦ θανάτου μάνδρᾳ͵ μήποτε προστεθῇς τῇ τῶν ἐρίφων ἀγέλῃ͵ οἷς ἀγνοοῦσα διὰ τῶν ἰχνῶν τοῦ βίου κατόπιν ἐπηκολούθησας. Ἐὰν γὰρ μὴ γνῷς σεαυτήν͵ φησίν͵ ἡ καλὴ ἐν γυναιξίν͵ ἔξελθε σὺ ἐν πτέρναις τῶν ποιμνίων καὶ ποίμαινε τὰς ἐρίφους ἐπὶ σκηνώμασι τῶν ποιμνίων.

ὅπερ δι΄ ἑτέρου τινὸς ἀντιγράφου σαφέστερόν ἐστι κατανοῆσαι͵ ὡς μηδὲ τὴν σύνταξιν τῶν ῥημάτων δοκεῖν ἀσυναρτήτως ἔχειν. Φησὶ γὰρ ὅτι Ἐὰν μὴ γνῷς σεαυτήν͵ ἡ καλὴ ἐν γυναιξίν͵ ἐξῆλθες ἐκ τῶν πτερνῶν τοῦ ποιμνίου καὶ ποιμαίνεις ἐρίφους ἀντὶ σκηνωμάτων ποιμνίων· ὥστε δι΄ ἀκριβείας συμβαίνειν τὴν ἐν τοῖς ῥήμασι τούτοις ἐμφαινομένην διάνοιαν τῇ προαποδοθείσῃ θεωρίᾳ τοῦ λόγου. Οὐκοῦν ἵνα μὴ ταῦτα πάθῃς͵ πρόσεχε σεαυτῇ͵ φησὶν ὁ λόγος. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ἀσφαλὲς τῶν ἀγαθῶν φυλακτήριον. Γνῶθι πόσον ὑπὲρ τὴν λοιπὴν κτίσιν παρὰ τοῦ πεποιηκότος τετίμησαι. Οὐκ οὐρανὸς γέγονεν εἰκὼν τοῦ θεοῦ͵ οὐ σελήνη͵ οὐχ ἥλιος͵ οὐ τὸ ἀστρῷον κάλλος͵ οὐκ ἄλλο τι τῶν κατὰ τὴν κτίσιν φαινομένων οὐδέν. Μόνη σὺ γέγονας τῆς ὑπερεχούσης πάντα νοῦν φύσεως ἀπεικόνισμα͵ τοῦ ἀφθάρτου κάλλους ὁμοίωμα͵ τῆς ἀληθινῆς θεότητος ἀποτύπωμα͵ τῆς μακαρίας ζωῆς δοχεῖον͵ τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς ἐκμαγεῖον͵ πρὸς ὃ βλέπουσα ἐκεῖνο γίνῃ͵ ὅπερ ἐκεῖνός ἐστι͵ μιμουμένη τὸν ἐν σοὶ λάμποντα διὰ τῆς ἀντιλαμπούσης αὐγῆς ἐκ τῆς σῆς καθαρότητος. Οὐδὲν οὕτω τῶν ὄντων μέγα͵ ὡς τῷ σῷ μεγέθει παραμετρεῖσθαι. Ὁ οὐρανὸς ὅλος τῇ τοῦ θεοῦ σπιθαμῇ περιλαμβάνεται͵ γῆ δὲ καὶ θάλασσα τῇ δρακὶ τῆς χειρὸς αὐτοῦ περιείργεται. Ἀλλ΄ ὅμως ὁ τοσοῦτος͵ ὁ τοιοῦτος͵ ὁ πᾶσαν τῇ παλάμῃ περισφίγγων τὴν κτίσιν͵ ὅλος σοὶ χωρητὸς γίνεται καὶ ἐν σοὶ κατοικεῖ καὶ οὐ στενοχωρεῖται τῇ σῇ φύσει ἐνδιοδεύων ὁ εἰπὼν Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω. Ἐὰν ταῦτα βλέπῃς͵ εἰς οὐδὲν τῶν περιγείων τὸν ὀφθαλμὸν ἀσχολήσεις. Τί τοῦτο λέγω; Ἀλλ΄ οὐδὲ ὁ οὐρανός σοι θαυμαστὸς νομισθήσεται.

Πῶς γὰρ θαυμάσεις τοὺς οὐρανούς͵ ὦ ἄνθρωπε͵ σεαυτὸν βλέπων τῶν οὐρανῶν μονιμώτερον; Οἱ μὲν γὰρ παρέρχονται͵ σὺ δὲ τῷ ἀεὶ ὄντι συνδιαμένεις πρὸς τὸ ἀΐδιον. Οὐ θαυμάσεις πλάτη γῆς οὐδὲ πελάγη πρὸς ἄπειρον ἐκτεινόμενα͵ ὧν ἐπιστατεῖν ἐτάχθης ὥσπερ τινὸς ξυνωρίδος πώλων ἡνίοχος εὐπειθῆ πρὸς τὸ δοκοῦν ἔχων τὰ στοιχεῖα ταῦτα καὶ ὑπεξούσια· ἥ τε γὰρ γῆ σοι πρὸς τὰς τοῦ βίου χρείας ὑπηρετεῖται καὶ ἡ θάλασσα καθάπερ τις πῶλος εὐήνιος ὑπέχει σοι τὰ νῶτα καὶ ἐπιβάτην ἑαυτῆς τὸν ἄνθρωπον δέχεται. Ἐὰν οὖν γνῷς σεαυτήν͵ ἡ καλὴ ἐν γυναιξίν͵ παντὸς τοῦ κόσμου ὑπερφρονήσεις καὶ πρὸς τὸ ἄϋλον ἀγαθὸν διὰ παντὸς ὁρῶσα περιόψῃ τῶν κατὰ τὸν βίον τοῦτον ἰχνῶν τὴν πλάνην. Οὐκοῦν ἀεὶ πρόσεχε σεαυτῇ καὶ οὐ μὴ πλανηθήσῃ περὶ τὴν τῶν ἐρίφων ἀγέλην οὐδὲ ἔριφος ἀντὶ προβάτου ἐν τῷ καιρῷ τῆς κρίσεως ἐπιδειχθήσῃ οὐδὲ τῆς ἐκ δεξιῶν στάσεως ἀφορισθήσῃ͵ ἀλλ΄ ἀκούσῃ τῆς γλυκείας φωνῆς͵ ἥ φησι πρὸς τὰ ἐριοφόρα τε καὶ ἥμερα πρόβατα ὅτι Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου͵ κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν πρὸ καταβολῆς κόσμου. Ἧς καὶ ἡμεῖς ἀξιωθείημεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν͵ ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.


Μέσα στὸ φῶς φῶς

ΤΙΣ εἰκότως ἐπαισχύνεσθαι τῷ Σταυρῷ κατηγορεῖται͵ ὁ τὰ ταπεινὰ περὶ αὐτοῦ λέγων ἢ ὁ περὶ τῶν ὑψηλοτέρων ἀγωνιζόμενος; Οὐκ οἶδα εἰ τῆς Παύλου μεγαλοφωνίας ὁ κατήγορος ἤκουσεν ὁ οὕτω κατασμικρύνων τὸν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ γνωρισθέντα Θεόν͵ οἷα καὶ ὅσα ἐκεῖνος τῷ ὑψηλῷ στόματι περὶ τοῦ Σταυροῦ διεξέρχεται. Ὁ γὰρ διὰ τοσούτων καὶ τοιούτων θαυμάτων ἑαυτὸν γνωρίζειν ἔχων μὴ γένοιτο͵ φησίν͵ ἐπί τινι ἄλλῳ καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐπὶ τῷ Σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ͵ καὶ πρὸς Κορινθίους λέγει τὸν λόγον τοῦ Σταυροῦ δύναμιν Θεοῦ τοῖς σῳζομένοις εἶναι. Ἐφεσίοις δὲ τὴν τὸ πᾶν διακρατοῦσάν τε καὶ συνέχουσαν δύναμιν τῷ σχήματι τοῦ Σταυροῦ καταγράφει͵ ἐν οἷς βούλεται αὐτοὺς ὑψωθέντας γνῶναι τὴν ὑπερβάλλουσαν δόξαν τῆς δυνάμεως ταύτης͵ ὕψος καὶ πλάτος καὶ βάθος καὶ μῆκος κατονομάζων͵ ἑκάστην κεραίαν τῶν κατὰ τὸ σχῆμα τοῦ Σταυροῦ θεωρουμένων ἰδίοις προσαγορεύων ὀνόμασιν͵ ὡς τὸ μὲν ἄνω μέρος ὕψος εἰπεῖν͵ βάθος δὲ τὸ μετὰ τὴν συμβολὴν ὑποκείμενον͵ τὴν δὲ ἐγκάρσιον καθ΄ ἑκάτερον κεραίαν τῷ τοῦ μήκους τε καὶ πλάτους ὀνόματι διασημαίνων͵ ὡς ἂν διὰ τούτου φανερωθείη τὸ μέγα μυστήριον͵ ὅτι καὶ τὰ οὐράνια καὶ τὰ καταχθόνια καὶ πάντα τῶν ὄντων τὰ πέρατα διακρατεῖται καὶ συνέχεται παρὰ τοῦ τὴν ἀπόρρητον καὶ μεγάλην ταύτην δύναμιν ἐν τῷ τύπῳ τοῦ Σταυροῦ παραδείξαντος. ... Ὁ εἰπὼν ὅτι Τῇ δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ ὑψωθείς͵ φανερῶς ἐκκαλύπτει τὴν ἀπόρρητον τοῦ μυστηρίου οἰκονομίαν͵ ὅτι ἡ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ ἡ ποιητικὴ πάντων τῶν ὄντων͵ ἥτις ἐστὶν ὁ Κύριος δι΄ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο καὶ οὗ χωρὶς ὑπέστη τῶν ὄντων οὐδέν͵ αὕτη τὸν ἑνωθέντα πρὸς αὐτὴν ἄνθρωπον εἰς τὸ ἴδιον ὕψος ἀνήγαγε͵ διὰ τῆς ἀνακράσεως͵ ὅπερ ἐστὶν αὐτὴ κατὰ τὴν φύσιν͵ κἀκεῖνον ποιήσασα· ἔστι δὲ αὐτὴ Κύριος καὶ Βασιλεύς, Χριστὸς γὰρ ὁ Βασιλεὺς ὀνομάζεται· ταῦτα κἀκεῖνον ἐποίησεν. Ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ ὑψίστῳ γενόμενος ὑπερυψώθη͵ οὕτω καὶ τὰ ἄλλα πάντα ἐγένετο͵ ἐν τῷ ἀθανάτῳ ἀθάνατος͵ ἐν τῷ φωτὶ φῶς͵ ἐν τῷ ἀφθάρτῳ ἄφθαρτος͵ ἐν τῷ ἀοράτῳ ἀόρατος͵ ἐν τῷ Χριστῷ Χριστός͵ ἐν τῷ Κυρίῳ Κύριος. Πέφυκε γὰρ καὶ ἐπὶ τῶν σωματικῶν ἀνακράσεων͵ ὅταν πολλῷ τῷ μέτρῳ τὸ ἕτερον πλεονάζῃ μέρος͵ πρὸς τὸ ἐπικρατοῦν πάντως μεταποιεῖσθαι τὸ ἐλαττούμενον. Τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ μυστικοῦ λόγου σαφῶς διὰ τῆς τοῦ Πέτρου φωνῆς διδασκόμεθα͵ ὅτι τὸ ταπεινὸν τοῦ ἐξ ἀσθενείας σταυρωθέντος· ἡ δὲ ἀσθένεια τὴν σάρκα δηλοῖ͵ καθὼς παρὰ τοῦ Κυρίου ἠκούσαμεν. Τοῦτο δὲ διὰ τῆς πρὸς τὸ ἄπειρόν τε καὶ ἀόριστον τοῦ ἀγαθοῦ ἀνακράσεως οὐκέτι ἔμεινεν ἐν τοῖς οἰκείοις μέτροις καὶ ἰδιώμασιν͵ ἀλλὰ τῇ δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ συνεπῄρθη καὶ ἐγένετο ἀντὶ δούλου Κύριος͵ ἀντὶ ὑποχειρίου Χριστὸς Βασιλεύς͵ ἀντὶ ταπεινοῦ Ὕψιστος͵ ἀντὶ ἀνθρώπου Θεός.


Θυρωροὶ τῆς Βασιλείας

ΑΛΛ΄ ἐρεῖς· πένης κἀγώ. Ἔστω· δεδόσθω. Δὸς ὃ ἔχεις· οὐ γὰρ τὰ ὑπὲρ δύναμιν ζητεῖ ὁ θεός. Σὺ ἄρτον͵ ἕτερος ποτήριον οἴνου͵ ἄλλος ἱμάτιον καὶ οὕτως ἐκ συνεισφορᾶς ἡ τοῦ ἑνὸς λύεται συμφορά. Οὐδὲ Μωϋσῆς τὴν δαπάνην τῆς σκηνῆς παρ΄ ἑνὸς ἔλαβε λειτουργοῦ͵ ἀλλὰ τοῦ δήμου παντός. Ὁ μὲν γὰρ πλουτῶν χρυσὸν ἤνεγκεν ἐκείνῳ͵ ἄλλος ἄργυρον͵ ὁ πένης δέρματα͵ ὁ τούτου πενέστερος τρίχας. Ὁρᾷς ὡς καὶ ὁ τῆς χήρας κοδράντης ὑπερέβαλε τῶν πλουσίων τὰ ἀναθήματα; Ἡ μὲν γὰρ ὃ εἶχεν ὅλον ἐκένωσε͵ τῶν δὲ ὀλίγον ἐξέπεσεν.

Μὴ καταφρονήσῃς τῶν κειμένων ὡς οὐδενὸς ἀξίων. Λόγισαι τίνες εἰσὶ καὶ εὑρήσεις αὐτῶν τὸ ἀξίωμα. Τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν τὸ πρόσωπον ἐνεδύσαντο. Ὁ γὰρ φιλάνθρωπος ἔχρησεν αὐτοῖς τὸ ἴδιον πρόσωπον͵ ἵνα δι΄ ἐκείνου δυσωπῶσι τοὺς ἀσυμπαθεῖς καὶ μισοπτώχους͵ ὥσπερ οἱ τὰς βασιλικὰς εἰκόνας κατὰ τῶν βιαζομένων αὐτοὺς προβαλλόμενοι͵ ἵν΄ ἐκ τῆς μορφῆς τοῦ κρατοῦντος τὸν καταφρονητὴν δυσωπήσωσιν. Οὗτοί εἰσιν οἱ ταμίαι τῶν προσδοκωμένων ἀγαθῶν͵ οἱ θυρωροὶ τῆς Βασιλείας͵ οἱ ὑπανοίγοντες τὰς θύρας τοῖς χρηστοῖς καὶ κλείοντες τοῖς δυσκόλοις καὶ μισανθρώποις· οὗτοι καὶ κατήγοροι σφοδροὶ καὶ συνήγοροι ἀγαθοί· συνηγοροῦσι δὲ καὶ κατηγοροῦσιν͵ οὐ λέγοντες͵ ἀλλ΄ ὁρώμενοι παρὰ τοῦ κριτοῦ. Τὸ γὰρ περὶ αὐτοὺς γενόμενον ἔργον παρὰ τῷ καρδιογνώστῃ βοᾷ παντὸς κήρυκος εὐσημότερον. Διὰ τούτους ἡμῖν καὶ τὸ φοβερὸν ἀνεγράφη διὰ τῶν Εὐαγγελίων τοῦ Θεοῦ δικαστήριον͵ οὗ πολλάκις ἠκούσατε. Εἶδον γὰρ ἐκεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐξ οὐρανῶν καὶ τὸν ἀέρα ὡς γῆν πεζεύοντα καὶ ταῖς πολλαῖς μυριάσι τῶν ἀγγέλων δορυφορούμενον· ἔπειτα θρόνον δόξης ἀνυψούμενον καὶ ἐπ΄ αὐτὸν τὸν Βασιλέα προκαθήμενον καὶ πᾶν φῦλον ἀνθρώπων͵ ὅσον παρῆλθεν εἰς γένεσιν καὶ ἡλίῳ κατελάμφθη καὶ τούτου τοῦ ἀέρος ἀνέσπασεν͵ ἐν δύο μέρεσιν ἀποκεκριμένον καὶ προσεστηκὸς τῷ κριτηρίῳ τὸ πλῆθος. Ἐκαλοῦντο δὲ οἱ μὲν ἀρνειοί͵ ὅσοι ἐκ δεξιῶν· ἐρίφους δὲ τοὺς ἐπὶ θάτερον ἤκουσα͵ ἐκ τῆς ὁμοιότητος τῶν τρόπων ἐφ΄ ἑαυτοὺς τὰς προσηγορίας ἑλκύσαντας. Καὶ διαλέξεις ἐκεῖ τοῦ δικαστοῦ πρὸς τοὺς κρινομένους καὶ ἀποκρίσεις τῶν εὐθυνομένων πρὸς τὸν βασιλέα. Ἀπεκληροῦτο δὲ ἑκάστοις τὰ πρόσφορα· τοῖς μὲν τὸν ἄριστον βεβιωκόσι βίον Βασιλείας ἀπόλαυσις͵ τοῖς δὲ μισανθρώποις καὶ πονηροῖς τιμωρία πυρὸς καὶ αὕτη διαιωνίζουσα. Ἐγράφη δὲ τὰ πάντα ἐπιμελῶς καὶ ἀκριβὲς ἡμῖν τὸ δικαστήριον ἀνεζωγραφήθη παρὰ τοῦ λόγου͵ οὐκ ἄλλου του χάριν ἢ τοῦ μαθεῖν εὐποιίας χρηστότητα. Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ τὸν βίον συνέχουσα͵ μήτηρ τῶν πενομένων͵ διδάσκαλος τῶν πλουσίων͵ ἀγαθὴ κουροτρόφος͵ πρεσβυτέρων γηρωκόμος͵ ταμιεῖον τῶν δεομένων͵ κοινὸς τῶν ἀτυχούντων λιμήν͵ πάσαις ἡλικίαις καὶ συμφοραῖς τὴν ἀφ΄ ἑαυτῆς μερίζουσα πρόνοιαν.

Ὡς γὰρ οἱ ἀγωνοθέται τῆς ματαιότητος ὑπὸ σάλπιγγι τὴν ἑαυτῶν φιλοτιμίαν σημαίνοντες πᾶσι τοῖς τῆς παλαίστρας τὴν τοῦ πλούτου διανομὴν ἐπαγγέλλονται͵ οὕτως ἡ εὐποιία ἅπαντας πρὸς ἑαυτὴν καλεῖ τοὺς ἐν δυσκολίαις καὶ περιστάσεσιν͵ οὐ πληγῶν τιμὰς τοῖς προσιοῦσιν͵ ἀλλὰ συμφορῶν θεραπείας μερίζουσα. Ἔστι δὲ αὕτη πάσης ἐπαινουμένης πράξεως ὑψηλοτέρα͵ θεοῦ πάρεδρος͵ τοῦ ἀγαθοῦ φίλη καὶ πολλὴν πρὸς αὐτὸν τὴν οἰκείωσιν ἔχουσα. Οὕτω τοι πρὸ πάντων τὰς ἀγαθὰς καὶ φιλανθρώπους πράξεις αὐτὸς ὁ Θεὸς ἡμῖν αὐτουργῶν ἀναφαίνεται· τὴν γὰρ κτίσιν τῆς γῆς καὶ τὴν τοῦ οὐρανοῦ διακόσμησιν καὶ τὴν εὔτακτον ἐναλλαγὴν τῶν ὡρῶν καὶ ἡλίου θερμότητα καὶ κρυστάλλου γένεσιν ψύχουσαν καὶ πάντα τὰ καθ΄ ἕκαστον οὐκ αὐτὸς ἑαυτῷ ὁ Θεός (ἀπροσδεὴς γὰρ τῶν τοιούτων ἐκεῖνος)͵ ἀλλ΄ ὑπὲρ ἡμῶν διηνεκῶς ἐνεργεῖ͵ γεωργὸς ἀόρατος τῆς τῶν ἀνθρώπων τροφῆς͵ σπορεὺς εὔκαιρος καὶ ὀχετηγὸς ἐπιστήμων. Οὗτος γὰρ δίδωσι κατὰ τὸν Ἠσαΐαν σπέρμα τῷ σπείροντι͵ καὶ τὸ ὕδωρ ἐκ νεφελῶν νῦν μὲν ἠρεμαῖον ἐπιρραίνει τῇ γῇ͵ πάλιν δὲ λάβρον καταχεῖ τῶν αὐλάκων. Ὅταν δὲ αὐξηθῇ τὰ λήια καὶ παρέλθῃ τὸ χλοαινόμενον͵ τὰς νεφέλας ἀποσκεδάζων τοῦ οὐρανοῦ παντὸς τότε προκαλύμματος γυμνὸν αὐτοῖς ἐφίστησι τὸν ἥλιον θερμὴν καὶ ἔμπυρον διατείνοντα τὴν ἀκτῖνα͵ ἵν΄ ὡραῖοι γένωνται πρὸς τομὴν οἱ ἀστάχυες. Τρέφει καὶ ἄμπελον ταῖς ὥραις τῷ διψῶντι τὸ ποτὸν εὐτρεπίζων καὶ ἀγέλας ἡμῖν τρέφει διαφόρων γενῶν͵ ἵν΄ ὑπάρχῃ τοῖς ἀνθρώποις ἄφθονον ὄψον· καὶ τῶν μὲν αἱ δοραὶ ἔριον γεωργοῦσαι τὴν σκέπην παρέχουσι͵ τῶν δὲ τὰ ὑποδήματα ἡμῖν ἀπεργάζονται. Ὁρᾷς ὅτι πρῶτος τῆς εὐποιίας εὑρετὴς ὁ Θεός. ... Ζήσωμέν τι καὶ τῷ Θεῷ. Τρυφὴ μὲν γὰρ ἐπεισελθοῦσα δι΄ ἀπολαύσεως ὀλίγον τῆς σαρκὸς μόριον θεραπεύει͵ τὴν φάρυγγα, τῇ γαστρὶ δὲ τὰς ὕλας ἐνσήψασα τέλος ἔχει τὸν ἀφεδρῶνα. Ἔλεος δὲ καὶ εὐποιία Θεῷ τέ εἰσι πράγματα φίλα καὶ ᾧπερ ἂν ἐνοικήσωσιν ἀνθρώπῳ θεοῦσιν αὐτὸν καὶ πρὸς μίμησιν ἀποτυποῦσι τοῦ ἀγαθοῦ͵ ἵν΄ ὑπάρχῃ εἰκὼν τῆς πρώτης καὶ ἀκηράτου καὶ πάντα νοῦν ὑπερβαινούσης οὐσίας.


Τὸ ἔργο γίνεται ὄνομα

ΛΕΓΟΥΣΙΝ οἱ ἐπιμελέστερον ἐξητακότες τὸν νοῦν τῆς θεοπνεύστου γραφῆς ὅτι οὐ πάντα τὰ ὄντα τῆς θείας ἐστὶν ἐξαριθμήσεως ἄξια· ἔν τε γὰρ τοῖς εὐαγγελικοῖς συσσιτίοις τοῖς γεγονόσι κατὰ τὴν ἔρημον οὔτε τὸ νηπιῶδες οὔτε τὸ γυναικεῖον ἀριθμοῦ ἄξιον ἐνομίσθη καὶ ἐν τῇ ἐξόδῳ τοῦ Ἰσραηλίτου λαοῦ μόνοι τῷ ἀριθμῷ κατελέγησαν οἱ ἤδη κατὰ τῶν ἐχθρῶν ὅπλα φέρειν καὶ ἀριστεύειν δυνάμενοι. Οὔτε γὰρ πάντων τὰ ὀνόματα τοιαῦτά ἐστιν ὡς διὰ τοῦ θείου στόματος φέρεσθαι͵ ἀλλ΄ ἀριθμεῖται μὲν εἴ τι καθαρὸν καὶ οὐράνιον͵ ὃ διὰ τὸ ὕψος τῆς πολιτείας ἀμιγὲς μένον τῆς πρὸς τὸν ζόφον ἐπιμιξίας ἄστρον λέγεται͵ ὀνομάζεται δὲ εἴ τι κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον τοῦ ἐγγραφῆναι ταῖς θείαις δέλτοις ἄξιον γίνεται. Περὶ γὰρ τῶν ὑπεναντίων φησὶν ὅτι Οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διὰ χειλέων μου. Ὀνόματα δέ͵ οἷα τοῖς τοιούτοις ἄστροις ἐπιβάλλει ὁ κύριος͵ σαφῶς παρὰ τῆς Ἠσαΐου προφητείας ἐμάθομεν ἥ φησιν Ἐκάλεσά σε τὸ ὄνομά σου͵ ἐμὸς εἶ σύ· ὥστε εἴ τις ἑαυτὸν κτῆμα ποιεῖ τοῦ θεοῦ͵ ὄνομα τούτῳ τὸ ἔργον γίνεται.


Τί εἶναι ἡ μακαριότητα

ΤΕΛΟΣ τοῦ κατ΄ ἀρετὴν βίου μακαριότης ἐστίν. Πᾶν γὰρ τὸ κατὰ σπουδὴν κατορθούμενον πρός τι τὴν ἀναφορὰν πάντως ἔχει. Καὶ ὥσπερ ἡ μὲν ἰατρικὴ πρὸς τὴν ὑγίειαν ὁρᾷ͵ τῆς δὲ γεωργίας ὁ σκοπὸς πρὸς τὸ ζῆν ἐστι παρασκευή͵ οὕτω καὶ ἡ τῆς ἀρετῆς κτῆσις πρὸς τὸ μακάριον γενέσθαι τὸν κατ΄ αὐτὴν ζῶντα βλέπει. Τοῦτο γὰρ παντὸς τοῦ κατὰ τὸ ἀγαθὸν νοουμένου κεφάλαιον καὶ πέρας ἐστί. Τὸ μὲν οὖν ἀληθῶς τε καὶ κυρίως ἐν τῷ ὑψηλῷ τούτῳ νοήματι θεωρούμενόν τε καὶ νοούμενον ἡ θεία φύσις λέγοιτο ἂν εἰκότως. Οὕτω γὰρ ὁ μέγας Παῦλος τὸν θεὸν ὀνομάζει͵ πάντων τῶν θεολογικῶν ὀνομάτων προθεὶς τὸ μακάριον ἔν τινι τῶν ἐπιστολῶν οὑτωσὶ γράψας τοῖς ῥήμασιν· Ὁ μακάριος καὶ μόνος δυνάστης͵ ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων͵ ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν͵ φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον͵ ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται͵ ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον. Ταῦτα γὰρ πάντα τὰ ὑψηλὰ περὶ τὸ θεῖον νοήματα κατά γε τὸν ἐμὸν λόγον ὁρισμὸς ἂν εἴη μακαριότητος. Εἰ γάρ τις ἐρωτηθείη τί ἐστι τὸ μακάριον͵ οὐκ ἂν τῆς εὐσεβοῦς ἀποκρίσεως ἁμάρτοι ἐπακολουθήσας τῇ Παύλου φωνῇ καὶ εἰπὼν ὅτι μακάριόν ἐστιν ὃ κυρίως τε καὶ πρώτως λέγεται ἡ τοῦ παντὸς ἐπέκεινα φύσις, τὸ δὲ ἐν ἀνθρώποις μακάριον τῇ μεθέξει τοῦ ὄντως ὄντος ἐκεῖνο ποσῶς γίνεταί τε καὶ ὀνομάζεται͵ ὅπερ ἡ τοῦ μετεχομένου φύσις ἐστίν. Οὐκοῦν ὅρος ἐστὶ τῆς ἀνθρωπίνης μακαριότητος ἡ πρὸς τὸ θεῖον ὁμοίωσις. Ἐπεὶ οὖν τὸ ἀληθῶς ἀγαθὸν ἤτοι τὸ ἐπέκεινα τοῦ ἀγαθοῦ͵ τοῦτο μόνον ἐστὶ καὶ μακάριον καὶ ὀρεκτὸν τῇ φύσει͵ οὗ πᾶν τὸ μετέχον μακάριον γίνεται͵ καλῶς ἡ θεία τῆς ψαλμῳδίας γραφὴ διά τινος τεχνικῆς τε καὶ φυσικῆς ἀκολουθίας τὴν πρὸς τοῦτο ἡμῖν ὁδὸν ὑποδείκνυσιν͵ ἐν ἁπλῇ κατὰ τὸ φαινόμενον καὶ ἀκατασκεύῳ τῇ διδασκαλίᾳ ποικίλως τε καὶ πολυειδῶς τὴν μέθοδον τῆς τοῦ μακαρισμοῦ κτήσεως τεχνολογοῦσα. Ἔξεστι μὲν οὖν καὶ ἀπ΄ αὐτῆς τῆς πρώτης ὑμνῳδίας ἔννοιάν τινα περὶ τοῦ προκειμένου λαβεῖν͵ ὅπως τριχῇ τεμὼν τὴν ἀρετὴν ὁ λόγος ἑκάστῳ τμήματι κατά τινα πρόσφορον ἀναλογίαν προσμαρτυρεῖ τὸ μακάριον͵ νῦν μὲν τὴν ἀλλοτρίωσιν τοῦ κακοῦ μακαρίζων͵ ὡς ἀρχὴν γινομένην τῆς ἐπὶ τὸ κρεῖττον ῥοπῆς μετὰ δὲ τοῦτο τὴν τῶν ὑψηλῶν τε καὶ θειοτέρων μελέτην͵ ὡς ἕξιν ἐμποιοῦσαν ἤδη τοῦ κρείττονος, εἶτα τὴν διὰ τούτων τοῖς τελειουμένοις κατορθουμένην πρὸς τὸ θεῖον ὁμοίωσιν, ἧς χάριν λέγεται καὶ τὰ προλαβόντα μακάρια. Ταύτην δὲ τῷ ἀειθαλεῖ ξύλῳ αἰνίσσεται͵ ᾧ ἡ τελειωθεῖσα δι΄ ἀρετῆς ὁμοιοῦται ζωή.


Πάντοτε καλό

ΤΟΔΕ μοι μάλιστα κατὰ τὴν γνῶσιν σπουδαζόμενον ἦν τὸ ἐπὶ μηδενὶ ματαίῳ τὴν ζωὴν ἀσχολῆσαι͵ ἀλλ΄ εὑρεῖν ἐκεῖνο τὸ ἀγαθόν͵ οὗ τις ἐπιτυχὼν οὐχ ἁμαρτάνει τῆς τοῦ συμφέροντος κρίσεως͵ ὃ διαρκές τέ ἐστι καὶ οὐ πρόσκαιρον καὶ πάσῃ τῇ ζωῇ παρατείνεται͵ ἐπ΄ ἴσης ἀγαθὸν πάσῃ ἡλικίᾳ γινόμενον καὶ πρώτῃ καὶ μέσῃ καὶ τελευταίᾳ καὶ παντὶ τῷ τῶν ἡμερῶν ἀριθμῷ. Ἕως οὗ γὰρ ἴδω͵ φησί [ὁ Ἐκκλησιαστής]͵ ποῖον τὸ ἀγαθὸν τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων͵ ὃ ποιήσουσιν ὑπὸ τὸν ἥλιον ἀριθμὸν ἡμερῶν ζωῆς αὐτῶν. Τὰ γὰρ διὰ σαρκὸς σπουδαζόμενα͵ κἂν ὅτι μάλιστα πρὸς τὸ παρὸν δελεάζῃ τὴν αἴσθησιν͵ ἐν ἀκαρεῖ τὸ εὐφραῖνον ἔχει· οὐ γὰρ ἔστιν ἐπ΄ οὐδενὶ τῶν ἐν τῷ σώματι γινομένων διαρκῶς ἡσθῆναι͵ ἀλλ΄ ἡ τοῦ πίνειν ἡδονὴ συναπολήγει τῷ κόρῳ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐσθίειν ὡσαύτως ἡ πλησμονὴ τὴν ὄρεξιν ἔσβεσε καὶ εἴ τις ἄλλη ἐπιθυμία κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τῇ τοῦ ἐπιθυμητοῦ μετουσίᾳ κατεμαράνθη͵ κἂν πάλιν γένηται͵ πάλιν μαραίνεται, διαρκεῖ δὲ οὐδὲν εἰς ἀεὶ τῶν τῇ αἰσθήσει τερπνῶν οὐδὲ ὡσαύτως ἔχει. Καὶ ἔτι πρὸς τούτοις ἄλλο τῇ νηπιότητι ἀγαθὸν καὶ ἕτερον τῇ τῆς ἡλικίας ἀκμῇ͵ ἄλλο τῷ παρακμάσαντι καὶ ἕτερον τῷ παρ΄ ἡλικίαν͵ καὶ τῷ γέροντι πάλιν ἄλλο τῷ εἰς γῆν ἤδη ῥέποντι. Ἐγὼ δέ͵ φησίν͵ ἐζήτουν ἐκεῖνο τὸ ἀγαθόν͵ ὃ πάσῃ ἡλικίᾳ καὶ παντὶ τῷ χρόνῳ τῆς ζωῆς ἐπ΄ ἴσης ἀγαθόν ἐστιν͵ οὗ κόρος οὐκ ἐλπίζεται καὶ πλησμονὴ οὐχ εὑρίσκεται͵ ἀλλὰ συμπαρατείνεται τῇ μετουσίᾳ ἡ ὄρεξις καὶ συνακμάζει τῇ ἀπολαύσει ὁ πόθος καὶ τῇ τοῦ ἐπιθυμητοῦ ἐπιτυχίᾳ οὐ περιγράφεται͵ ἀλλ΄ ὅσῳ μᾶλλον ἐντρυφᾷ τῷ ἀγαθῷ͵ τοσούτῳ μᾶλλον ἡ ἐπιθυμία τῇ τρυφῇ συνεκκαίεται καὶ ἡ τρυφὴ τῇ ἐπιθυμίᾳ συνεπιτείνεται καὶ κατὰ πᾶν διάστημα τῆς ζωῆς ἀεὶ καλὸν τοῖς μετιοῦσι γίνεται͵ οὐδὲν τῷ ἀστάτῳ τῶν ἡλικιῶν τε καὶ τῶν χρόνων συναλλοιούμενον͵ ὃ καὶ μύοντι καὶ ἀναβλέποντι͵ εὐημεροῦντι καὶ λυπουμένῳ͵ νυκτερεύοντί τε καὶ διημερεύοντι͵ πεζεύοντι καὶ θαλαττεύοντι͵ ἐνεργοῦντι καὶ ἀνειμένῳ͵ ἄρχοντι καὶ δουλεύοντι καὶ πᾶσιν ἁπαξαπλῶς τοῖς κατὰ τὸν βίον ἐπ΄ ἴσης ἀγαθόν ἐστιν͵ ὑπὸ τῶν περιστατικῶς τινι συμπιπτόντων οὔτε τι χεῖρον οὔτε κρεῖττον γινόμενον͵ οὔτε ἐλαττούμενον οὔτε αὐξόμενον. Τοῦτό ἐστι͵ κατά γε τὸν ἐμὸν λόγον͵ τὸ ὄντως ὂν ἀγαθόν͵ ὅπερ ἰδεῖν ὁ Σολομὼν ἐζήτει͵ ὃ ποιήσουσιν οἱ ἄνθρωποι ὑπὸ τὸν ἥλιον κατὰ πάντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν τῆς ζωῆς αὐτῶν. Ὅπερ οὐδὲν ἕτερον εἶναί μοι φαίνεται ἢ τὸ τῆς πίστεως ἔργον͵ ἧς ἡ ἐνέργεια κοινή τε πᾶσίν ἐστιν͵ ἐκ τοῦ ὁμοτίμου τοῖς ἐθέλουσι προκειμένη καὶ παντοδυνάμως καὶ διαρκῶς τῇ ζωῇ παραμένουσα. Τοῦτό ἐστι τὸ ἀγαθὸν ἔργον͵ ὃ καὶ ἐν ἡμῖν γένοιτο ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν͵ ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.


Ἡ ψυχὴ δὲν σταματάει νὰ μεγαλώνει

Η ΜΑΚΑΡΙΑ καὶ ἀΐδιος καὶ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα φύσις πάντα τὰ ὄντα ἐν ἑαυτῇ περιείργουσα ὑπ΄ οὐδενὸς περιέχεται ὅρου. Οὐδὲν γάρ ἐστι περὶ αὐτὴν θεωρούμενον͵ οὐ χρόνος͵ οὐ τόπος͵ οὐ χρῶμα͵ οὐ σχῆμα͵ οὐκ εἶδος͵ οὐκ ὄγκος͵ οὐ πηλικότης͵ οὐ διάστημα͵ οὐδὲ ἄλλο τι περιγραπτικὸν ὄνομα ἢ πρᾶγμα ἢ νόημα͵ ἀλλὰ πᾶν τὸ περὶ αὐτὴν νοούμενον ἀγαθὸν εἰς ἄπειρόν τε καὶ ἀόριστον πρόεισιν. Ὅπου γὰρ κακία χώραν οὐκ ἔχει͵ ἀγαθοῦ πέρας ἐστὶν οὐδέν. Ἐπὶ γὰρ τῆς τρεπτῆς φύσεως διὰ τὸ ἴσην ἐγκεῖσθαι τὴν δύναμιν τῇ προαιρέσει πρὸς τὴν ἐφ΄ ἑκάτερα τῶν ἐναντίων ῥοπὴν τό τε ἀγαθὸν τὸ ἐν ἡμῖν καὶ τὸ κακὸν ταῖς διαδοχαῖς ἀλλήλων ἐναπολήγει καὶ γίνεται τοῦ ἀγαθοῦ ὅρος ἡ ἐπιγινομένη κακία καὶ πάντα τὰ τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἐπιτηδεύματα͵ ὅσα κατὰ τὸ ἐναντίον ἀλλήλοις ἀντικαθέστηκεν͵ εἰς ἄλληλα λήγει καὶ ὑπ΄ ἀλλήλων ὁρίζεται. Ἡ δὲ ἁπλῆ καὶ καθαρὰ καὶ μονοειδὴς καὶ ἄτρεπτος καὶ ἀναλλοίωτος φύσις ἀεὶ ὡσαύτως ἔχουσα καὶ οὐδέποτε ἑαυτῆς ἐξισταμένη διὰ τὸ ἀπαράδεκτος εἶναι τῆς πρὸς τὸ κακὸν κοινωνίας ἀόριστος ἐν τῷ ἀγαθῷ μένει͵ οὐδὲν ἑαυτῆς βλέπουσα πέρας διὰ τὸ μηδὲν περὶ ἑαυτὴν τῶν ἐναντίων βλέπειν. Ὅταν τοίνυν ἐφέλκηται πρὸς μετουσίαν ἑαυτῆς τὴν ἀνθρωπίνην ψυχήν͵ ἀεὶ τῷ ἴσῳ μέτρῳ κατὰ τὴν πρὸς τὸ κρεῖττον ὑπεροχὴν τῆς μετεχούσης ὑπερανέστηκεν, ἡ μὲν γὰρ ψυχὴ μείζων ἑαυτῆς πάντοτε διὰ τῆς τοῦ ὑπερέχοντος μετουσίας γίνεται καὶ αὐξομένη οὐχ ἵσταται͵ τὸ δὲ μετεχόμενον ἀγαθὸν ἐν ἴσῳ μένει ὡσαύτως ὑπὸ τῆς ἐπὶ πλεῖον ἀεὶ μετεχούσης ἐν ἴσῃ πάντοτε τῇ ὑπεροχῇ εὑρισκόμενον. Ὁρῶμεν τοίνυν ὥσπερ ἐν βαθμῶν ἀναβάσει χειραγωγουμένην διὰ τῶν τῆς ἀρετῆς ἀνόδων ἐπὶ τὰ ὕψη παρὰ τοῦ λόγου τὴν νύμφην͵ ᾗ ἐνίησι πρῶτον διὰ τῶν προφητικῶν θυρίδων καὶ τῶν δικτυωτῶν τοῦ νόμου παραγγελμάτων τὴν ἀκτῖνα ὁ λόγος καὶ προσκαλεῖται αὐτὴν ἐγγίσαι τῷ φωτὶ καὶ καλὴν γενέσθαι πρὸς τὸ εἶδος τῆς περιστερᾶς ἐν τῷ φωτὶ μορφωθεῖσαν. Eἶτα μετασχοῦσαν τῶν καλῶν ὅσον ἐχώρησε πάλιν ἐξ ὑπαρχῆς ὡς ἔτι τῶν καλῶν οὖσαν ἀμέτοχον πρὸς τὴν τοῦ ὑπερκειμένου κάλλους μετουσίαν ἐφέλκεται͵ ὥστε αὐτῇ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς προκοπῆς πρὸς τὸ ἀεὶ προφαινόμενον καὶ τὴν ἐπιθυμίαν συναύξεσθαι καὶ διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῶν πάντοτε κατὰ τὸ ὑπερκείμενον εὑρισκομένων ἀγαθῶν πρώτως ἅπτεσθαι τῆς ἀνόδου δοκεῖν. Διὰ τοῦτό φησι πάλιν πρὸς τὴν ἐγηγερμένην ὅτι Ἀνάστηθι καὶ πρὸς τὴν ἐλθοῦσαν ὅτι Ἐλθέ. Οὔτε γὰρ τῷ οὕτως ἀνισταμένῳ λείψει ποτὲ τὸ ἀεὶ ἀνίστασθαι οὔτε τῷ τρέχοντι πρὸς τὸν Κύριον ἡ πρὸς τὸν θεῖον δρόμον εὐρυχωρία δαπανηθήσεται. Ἀεί τε γὰρ ἐγείρεσθαι χρὴ καὶ μηδέποτε διὰ τοῦ δρόμου προσεγγίζοντας παύεσθαι. Ὥστε ὁσάκις ἂν λέγῃ τὸ Ἀνάστηθι καὶ τὸ Ἐλθέ͵ τοσαυτάκις τῆς πρὸς τὸ κρεῖττον ἀναβάσεως τὴν δύναμιν δίδωσιν. Οὕτω νόει καὶ τὰ ἐφεξῆς τῷ λόγῳ προσκείμενα. Ὁ γὰρ καλὴν ἐκ καλῆς γενέσθαι κελεύων τὸ ἀποστολικὸν ἄντικρυς ὑποτίθεται τὴν αὐτὴν εἰκόνα προστάσσων ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν μεταμορφοῦσθαι͵ ὡς πάντοτε δόξαν εἶναι τὸ λαμβανόμενον καὶ τὸ ἀεὶ εὑρισκόμενον͵ κἂν ὅτι μάλιστα μέγα τε καὶ ὑψηλὸν ᾖ͵ μικρότερον εἶναι τοῦ ἐλπιζομένου πιστεύεσθαι. Οὕτω τοίνυν περιστερὰν οὖσαν ἐν τοῖς προκατωρθωμένοις οὐδὲν ἧττον περιστερὰν αὐτὴν πάλιν διὰ τῆς πρὸς τὸ κρεῖττον μεταμορφώσεως γενέσθαι διακελεύεται.


Ὁ καιρὸς τῆς ἐναλλαγῆς

ΓΕΓΟΝΕΝ οὖν κατ΄ εἰκόνα ὁ ἄνθρωπος͵ ἡ καθόλου φύσις͵ τὸ θεοείκελον χρῆμα. Γέγονε δὲ τῇ παντοδυνάμῳ σοφίᾳ οὐχὶ μέρος τοῦ ὄλου͵ ἀλλ΄ ἄπαν ἀθρόως τὸ τῆς φύσεως πλήρωμα. Εἶδεν ὁ πάντων τῶν περάτων περιδεδραγμένος - καθώς φησιν ἡ Γραφή͵ ἡ λέγουσα͵ Ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὰ πέρατα τῆς γῆς - εἶδεν ὁ εἰδὼς τὰ πάντα καὶ πρὶν γενέσεως αὑτῶν͵ ἐμπεριλαβὼν τῇ γνώσει ὅσον κατ΄ ἀριθμὸν ἐν τοῖς καθ΄ ἕκαστον ἔσται τὸ ἀνθρώπινον. Ἐπεὶ δὲ κατενόησεν ἐν τῷ πλάσματι ἡμῶν τὴν πρὸς τὸ χεῖρον ῥοπὴν καὶ ὅτι τῆς πρὸς τοὺς ἀγγέλους ὁμοτιμίας ἑκουσίως ἀποῤῥυέν͵ τὴν πρὸς τὸ ταπεινὸν κοινωνίαν προσοικειώσεται, διὰ ταῦτα κατέμιξέ τι καὶ τοῦ ἀλόγου τῇ ἰδίᾳ εἰκόνι. Οὐ γάρ ἐστιν ἐν τῇ θείᾳ τε καὶ μακαρίᾳ φύσει ἡ κατὰ τὸ ἄῤῥεν καὶ θῆλυ διαφορά, ἀλλὰ τῆς ἀλόγου κατασκευῆς ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον μετενεγκὼν τὸ ἰδίωμα͵ οὐ κατὰ τὸ ὑψηλὸν τῆς κτίσεως ἡμῶν τὸν πλεονασμὸν τῷ γένει χαρίζεται. Οὐ γὰρ ὅτε τὸ κατ΄ εἰκόνα ἐποίησε͵ τότε τὴν τοῦ αὐξάνεσθαι καὶ πληθύνεσθαι δύναμιν τῷ ἀνθρώπῳ προσέθηκεν͵ ἀλλ΄ ὅτε διέκρινε τῇ κατὰ τὸ ἄῤῥεν καὶ θῆλυ διαφορᾷ͵ τότε φησίν· Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν. Τὸ γὰρ τοιοῦτον οὐ τῆς θείας φύσεως ἴδιον͵ ἀλλὰ τῆς ἀλόγου ἐστί͵ καθὼς ἡ ἱστορία παρασημαίνεται πρότερον ἐπὶ τῶν ἀλόγων εἰρῆσθαι ταῦτα παρὰ τοῦ Θεοῦ διηγησαμένη͵ ὡς εἴ γε πρὸ τοῦ ἐπιβαλεῖν τῇ φύσει τὴν κατὰ τὸ ἄῤῥεν καὶ θῆλυ διαφοράν͵ τὴν διὰ τῆς φωνῆς ταύτης δύναμιν εἰς τὸ αὐξάνεσθαι τῷ ἀνθρώπῳ προσέθηκεν͵ οὐκ ἂν τοῦ τοιούτου τῆς γεννήσεως εἴδους προσεδεήθημεν͵ δι΄ οὗ γεννᾶται τὰ ἄλογα. Τούτου τοίνυν προκατανοηθέντος διὰ τῆς προγνωστικῆς ἐνεργείας πληρώματος τῶν ἀνθρώπων͵ διὰ τῆς ζωωδεστέρας γενέσεως ἐπὶ τὴν ζωὴν μέλλοντος παριέναι͵ ὁ τάξει τινὶ καὶ εἱρμῷ διακυβερνῶν τὰ πάντα Θεός͵ ἐπειδὴ ὅλως τὸ τοιοῦτον τῇ ἀνθρωπότητι τῆς γεννήσεως εἶδος ἀναγκαῖον ἐποίησεν ἡ πρὸς τὸ ταπεινὸν τῆς φύσεως ἡμῶν ἐπίκλισις͵ ἣν εἶδε πρὶν γενέσθαι ὁ ἐπίσης τῷ ἐνεστῶτι τὸ μέλλον βλέπων͵ διὰ τοῦτο καὶ τὸν σύμμετρον τῇ κατασκευῇ τῶν ἀνθρώπων χρόνον προκατενόησεν· ὥστε τῇ παρόδῳ τῶν περιορισθεισῶν ψυχῶν συναπαρτισθῆναι τὴν τοῦ χρόνου παράτασιν καὶ τότε στῆναι τὴν ῥοώδη τοῦ χρόνου κίνησιν͵ ὅταν μηκέτι φύηται δι΄ αὐτοῦ τὸ ἀνθρώπινον, τελεσθείσης δὲ τῆς τῶν ἀνθρώπων γενέσεως͵ τῷ τέλει ταύτης συγκαταλῆξαι τὸν χρόνον καὶ οὕτω τὴν τοῦ παντὸς ἀναστοιχείωσιν γενέσθαι καὶ τῇ μεταβολῇ τοῦ ὄλου συναμειφθῆναι καὶ τὸ ἀνθρώπινον͵ ἀπὸ τοῦ φθαρτοῦ καὶ γεώδους ἐπὶ τὸ ἀπαθὲς καὶ ἀΐδιον. Ὅ μοι δοκεῖ καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος κατανοήσας προειπεῖν διὰ τῆς πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς τὴν αἰφνίδιον τοῦ χρόνου στάσιν καὶ τὴν εἰς τὸ ἔμπαλιν τῶν κινουμένων ἀνάλυσιν͵ ἐν οἷς φησιν· Ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω; Πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα͵ πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα͵ ἐν ἀτόμῳ͵ ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ͵ ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι.

Τοῦ γὰρ πληρώματος͵ ὡς οἶμαι͵ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως κατὰ τὸ προγνωσθὲν μέτρον εἰς πέρας ἐλθόντος͵ διὰ τὸ μηκέτι λείπειν τῷ τῶν ψυχῶν ἀριθμῷ μηδὲν εἰς ἐπαύξησιν͵ ἐν ἀκαρεῖ τοῦ χρόνου γενήσεσθαι τὴν ἐναλλαγὴν τῶν ὄντων ἐδίδαξεν͵ ἄτομον ὀνομάσας καὶ ῥιπὴν ὀφθαλμοῦ τὸ ἀμερὲς ἐκεῖνο τοῦ χρόνου καὶ ἀδιάστατον πέρας ὡς μηκέτι δυνατὸν εἶναι τῷ κατὰ τὸ ἔσχατόν τε καὶ ἀκρότατον τῆς ἀκμῆς ἐπιβάντι τοῦ χρόνου͵ διὰ τὸ μηδὲν ὑπολείπεσθαι τῇ ἀκρότητι μέρος͵ τὴν περιοδικὴν ταύτην διὰ θανάτου μεταβολὴν κτήσασθαι͵ ἀλλ΄ εἰ μόνον ἠχήσειεν ἡ τῆς ἀναστάσεως σάλπιγξ͵ ἡ τὸ τεθνηκὸς ἀφυπνίζουσα͵ καὶ τοὺς ἐν τῇ ζωῇ καταλειφθέντας καθ΄ ὁμοιότητα τῶν ἐξ ἀναστάσεως ἀλλοιουμένων πρὸς ἀφθαρσίαν ἀθρόως μεταβάλλουσα͵ ὡς μηκέτι τὸ βάρος τῆς σαρκὸς ἐπὶ τὸ κάτω βρίθειν͵ καὶ τῇ γῇ παρακατέχειν τὸν ὄγκον, ἀλλὰ μετάρσιον δι΄ ἀέρος φοιτᾷν. Ἁρπαγησόμεθα γάρ͵ φησίν͵ ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα καὶ οὕτως πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα. Οὐκοῦν ἀναμεινάτω τὸν χρόνον τὸν ἀναγκαίως τῇ ἀνθρωπίνῃ αὐξήσει συμπαρατείνοντα. ... Ὥσπερ γὰρ εἴ τις προείποι τινὶ τῶν ἀπειροτέρων͵ ὅτι κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ θέρους ἡ τῶν καρπῶν γενήσεται συλλογὴ καὶ πλήρεις μὲν αἱ ἀποθῆκαι͵ μεστὴ δὲ τῶν ἐδωδίμων ἡ τράπεζα τῷ τῆς εὐθηνίας ἔσται καιρῷ, μάταιος ἂν εἴη ὁ ἐπισπεύδων τοῦ καιροῦ τὴν παρουσίαν͵ δέον σπέρματα καταβάλλειν καὶ δι΄ ἐπιμελείας ἑαυτῷ τοὺς καρποὺς ἑτοιμάζεσθαι. Ὁ μὲν γὰρ καιρὸς καὶ βουλομένου καὶ μὴ πάντως κατὰ τὸν τεταγμένον ἐπιστήσεται χρόνον. Οὐχ ὁμοίως δὲ αὐτὸν ὄψονται͵ ὅ τε προετοιμάσας ἑαυτῷ τὴν τῶν καρπῶν ἀφθονίαν καὶ ὁ πάσης παρασκευῆς ἔρημος καταλειφθεὶς ὑπὸ τῆς ὥρας. Οὕτως οἶμαι δεῖν͵ προδήλου πᾶσι διὰ τοῦ θείου κηρύγματος ὄντος͵ ὅτι ἐνστήσεται τῆς ἐναλλαγῆς ὁ καιρός͵ μὴ χρόνους πολυπραγμονεῖν (οὐδὲ γὰρ ἡμῶν εἶπεν εἶναι τὸ καιροὺς γνῶναι καὶ χρόνους)͵ μηδὲ λογισμούς τινας ἀναζητεῖν͵ δι΄ ὧν σαθρώσει τις τὴν ψυχὴν περὶ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως, ἀλλὰ τῇ πίστει τῶν προσδοκωμένων ἐπερειδόμενον͵ διὰ τῆς ἀγαθῆς πολιτείας τὴν μέλλουσαν χάριν προεμπορεύεσθαι.


Ὁ ἐρχόμενος αἰώνας

ΠΑΣΑ ἐπιμέλεια τῆς ἐναρέτου ζωῆς πρὸς τὸν ἐφεξῆς αἰῶνα βλέπει͵ οὗ ἡ ἀρχὴ ὀγδόη λέγεται τὸν αἰσθητὸν διαδεξαμένη χρόνον τὸν ἐν ἑβδομάσιν ἀνακυκλούμενον. Συμβουλεύει τοίνυν ἡ ὑπὲρ τῆς ὀγδόης ἐπιγραφὴ [τῶν Ψαλμῶν] μὴ πρὸς τὸν παρόντα βλέπειν χρόνον͵ ἀλλὰ πρὸς τὴν ὀγδόην ὁρᾶν. Ὅταν γὰρ ὁ ῥοώδης οὗτος καὶ παροδικὸς παύσηται χρόνος͵ ἐν ᾧ τὸ μὲν γίνεται, τὸ δὲ λύεται͵ καὶ παρέλθῃ μὲν ἡ τοῦ γενέσθαι χρεία͵ μηκέτι δὲ τὸ λυόμενον ᾖ͵ τῆς ἐλπιζομένης ἀναστάσεως εἰς ἄλλην τινὰ ζωῆς κατάστασιν μεταστοιχειούσης τὴν φύσιν͵ καὶ ἡ παροδικὴ τοῦ χρόνου παύσηται φύσις͵ τῆς κατὰ γένεσιν καὶ φθορὰν ἐνεργείας μηκέτι οὔσης͵ στήσεται πάντως καὶ ἡ ἑβδομὰς ἡ ἐκμετροῦσα τὸν χρόνον͵ καὶ διαδέξεται ἡ Ὀγδόη ἐκείνη͵ ἥτις ἐστὶν ὁ ἐφεξῆς αἰὼν ὅλος μία ἡμέρα γενόμενος͵ καθώς φησί τις τῶν προφητῶν μεγάλην ἡμέραν τὴν ἐλπιζομένην ὀνομάσας ζωήν. Ἐπειδὴ οὐχ ὁ αἰσθητὸς ἥλιος φωτίζει τὴν ἡμέραν ἐκείνην͵ ἀλλὰ τὸ ἀληθινὸν φῶς͵ ὁ τῆς δικαιοσύνης ἥλιος͵ ὃς ἀνατολὴ ὑπὸ τῆς προφητείας κατονομάζεται διὰ τὸ μηδέποτε δυσμαῖς συγκαλύπτεσθαι.


Ἀντὶ γιὰ ὅλα θὰ γίνει ἡ θεία φύση

ΠΡΟΝΟΗΤΕΟΝ ἢ καθόλου τῶν τῆς κακίας μολυσμάτων φυλάξαι τὴν ψυχὴν ἀμιγῆ τε καὶ ἀκοινώνητον· ἢ εἰ τοῦτο πάντη ἀμήχανον διὰ τὸ ἔμπαθες τῆς φύσεως ἡμῶν͵ ὡς ὅτι μάλιστα ἐν μετρίοις τισὶ καὶ εὐθεραπεύτοις εἶναι τὰ τῆς ἀρετῆς ἀποτεύγματα. Οἶδε γὰρ ἡ εὐαγγελικὴ διδασκαλία καὶ μυρίων ὀφειλέτην τινὰ ταλάντων καὶ πεντακοσίων δηναρίων καὶ πεντήκοντα καὶ κοδράντου τινός͵ ὅπερ τὸ ἔσχατόν ἐστιν ἐν νομίσμασι, τὴν δὲ τοῦ Θεοῦ δικαίαν κρίσιν διὰ πάντων διεξιέναι καὶ τῷ βάρει τοῦ ὀφλήματος συνεπιτείνουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαιτήσεως καὶ οὐδὲ τῶν σμικροτάτων ὑπερορῶσαν. Τὴν δὲ ἀπόδοσιν τῶν ὀφλημάτων τὸ Εὐαγγέλιον εἶπεν οὐκ ἐκ χρημάτων διαλύσεως γίνεσθαι͵ ἀλλὰ παραδίδοσθαι τοῖς βασανισταῖς τὸν ὑπόχρεων͵ ἕως ἂν͵ φησὶν͵ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον· ὅπερ οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν͵ ἢ διὰ τῆς βασάνου τὴν ἀναγκαίαν ὀφειλὴν ἀποτίσαι͵ τὸ ὄφλημα τῆς τῶν λυπηρῶν μετουσίας͵ ὧν παρὰ τὸν βίον ὑπόχρεως ἐγένετο͵ ἀμιγῆ τε καὶ ἄκρατον τοῦ ἐναντίου τὴν ἡδονὴν ὑπὸ ἀβουλίας ἑλόμενος καὶ οὕτως͵ ἅπαν ἀποθέμενος τὸ ἀλλότριον ἑαυτοῦ͵ ὅπερ ἐστὶν ἡ ἁμαρτία, καὶ τὴν ἐκ τῶν ὀφλημάτων αἰσχύνην ἀποδυσάμενος͵ ἐν ἐλευθερίᾳ τε καὶ παῤῥησίᾳ γένηται. Ἡ δ΄ ἐλευθερία ἐστὶν ἡ πρὸς τὸ ἀδέσποτόν τε καὶ αὐτοκρατὲς ἐξομοίωσις͵ ἡ κατ΄ ἀρχὰς μὲν ἡμῖν παρὰ Θεοῦ δεδωρημένη͵ συγκαλυφθεῖσα τῇ τῶν ὀφλημάτων αἰσχύνῃ. Πᾶσα δ΄ ἐλευθερία μία τίς ἐστι τῇ φύσει καὶ πρὸς ἑαυτὴν οἰκείως ἔχει. Ἀκολούθως οὖν πᾶν τὸ ἐλεύθερον τῷ ὁμοίῳ συναρμοσθήσεται· ἀρετὴ δὲ ἀδέσποτον. Οὐκοῦν ἐν ταύτῃ γενήσεται πᾶν τὸ ἐλεύθερον͵ ἀδέσποτον γὰρ τὸ ἐλεύθερον. Ἀλλὰ μὴν ἡ θεία φύσις ἡ πηγὴ πάσης ἐστὶ τῆς ἀρετῆς. Ἐν ταύτῃ ἄρα οἱ τῆς κακίας ἀπηλλαγμένοι γενήσονται͵ ἵνα͵ καθώς φησιν ὁ Ἀπόστολος͵ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν. Αὕτη γὰρ ἡ φωνὴ σαφῶς μοι δοκεῖ βεβαιοῦν τὴν προεξητασμένην διάνοιαν͵ ἡ λέγουσα καὶ εἰς πάντα γενέσθαι τὸν Θεὸν καὶ ἐν πᾶσι. Τῆς γὰρ ἐν τῷ παρόντι ζωῆς ποικίλως τε καὶ πολυειδῶς ἡμῖν ἐνεργουμένης͵ πολλὰ μέν ἐστιν ὧν μετέχομεν͵ οἷον χρόνου καὶ ἀέρος καὶ τόπου͵ βρώσεώς τε καὶ πόσεως καὶ σκεπασμάτων καὶ ἡλίου καὶ λύχνου καὶ ἄλλων πρὸς τὴν χρείαν τοῦ βίου πολλῶν͵ ὧν οὐδέν ἐστιν ὁ Θεός· ἡ δὲ προσδοκωμένη μακαριότης μὲν οὐδενός ἐστιν ἐπιδεὴς͵ πάντα δὲ ἡμῖν καὶ ἀντὶ πάντων ἡ θεία γενήσεται φύσις͵ πρὸς πᾶσαν χρείαν τῆς ζωῆς ἐκείνης ἑαυτὴν ἁρμοδίως ἐπιμερίζουσα. Καὶ τοῦτο δῆλόν ἐστιν ἐκ τῶν θείων λόγων͵ ὅτι καὶ τόπος γίνεται ὁ Θεὸς τοῖς ἀξίοις καὶ οἶκος καὶ ἔνδυμα καὶ τροφὴ καὶ πόσις καὶ φῶς καὶ πλοῦτος καὶ βασιλεία καὶ πᾶν νόημά τε καὶ ὄνομα τῶν πρὸς τὴν ἀγαθὴν ἡμῖν συντελούντων ζωήν. Ὁ δὲ πάντα γινόμενος καὶ ἐν πᾶσι γίνεται. Ἐν τούτῳ δέ μοι δοκεῖ τὸν παντελῆ τῆς κακίας ἀφανισμὸν δογματίζειν ὁ λόγος. Εἰ γὰρ ἐν πᾶσι τοῖς οὖσιν ὁ Θεὸς ἔσται͵ ἡ κακία δηλαδὴ ἐν τοῖς οὖσιν οὐκ ἔσται. Εἰ γάρ τις ὑπόθοιτο κἀκείνην εἶναι͵ πῶς σωθήσεται τὸ ἐν πᾶσι τὸν Θεὸν εἶναι; Ἡ γὰρ ὑπεξαίρεσις ἐκείνης͵ ἐλλιπῆ τῶν πάντων ποιεῖ τὴν περίληψιν. Ἀλλ΄ ὁ ἐν τοῖς πᾶσιν ἐσόμενος͵ ἐν τοῖς μὴ οὖσιν οὐκ ἔσται.


Ἡ πρώτη ἑστία

ΜΗΔΕΙΣ τῶν τῇ θείᾳ σοφίᾳ πεπαιδευμένων κατὰ τὴν τῶν ἔξω συνήθειαν ταῖς τεχνικαῖς τῶν ἐγκωμίων ἐφόδοις ἐπαινεῖσθαι ζητείτω τὸν πνευματικῶς ἐπαινούμενον. Οὐ γὰρ ἀπὸ τῶν ὁμοίων ἡμῖν τε καὶ τοῖς ἄλλοις ἡ τοῦ καλοῦ κρίσις ἐστίν, οὔτε τὰς αὐτὰς περὶ τῶν αὐτῶν ὑπολήψεις εὕροι τις ἂν τοῖς τε κατὰ τὸν κόσμον ζῶσιν καὶ τοῖς ὑπερανεστηκόσι τοῦ κόσμου. Τοῖς μὲν γὰρ μέγα τι δοκεῖ καὶ σπουδῆς ἄξιον εἶναι πλοῦτος καὶ γένος καὶ δόξα καὶ κοσμικαὶ δυναστεῖαι καὶ μῦθοι τὰς πατρίδας οἰκίζοντες καὶ τὰ φευκτὰ τοῖς γε νοῦν ἔχουσι διηγήματα͵ τρόπαια καὶ μάχαι καὶ τὰ ἐκ πολέμων κακά· τῷ δὲ καθ΄ ἡμᾶς λόγῳ μία τετίμηται πατρίς͵ ὁ παράδεισος͵ ἡ πρώτη τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων ἑστία· μία πόλις͵ ἡ ἐπουράνιος͵ ἡ διὰ τῶν ζώντων λίθων συνῳκισμένη͵ ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός· μία γένους σεμνότης͵ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἀγχιστεία· οὐ κατὰ τὸ αὐτόματόν τινι γινομένη͵ κατὰ τὴν ἐν τῷ κόσμῳ εὐγένειαν͵ ἣ καὶ ἐπὶ τοὺς φαύλους πολλάκις διὰ τῆς αὐτομάτου ταύτης ἀκολουθίας ῥέουσα φέρεται͵ ἀλλ΄ ἣν οὐκ ἔστιν ἄλλως ἢ ἐκ προαιρέσεως κτήσασθαι. Ὅσοι γὰρ ἔλαβον αὐτόν͵ φησὶν ἡ θεία φωνὴ͵ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι. Τῆς δὲ τοιαύτης εὐγενείας τί ἂν σεμνότερον γένοιτο; Πάτρια δὲ τοῖς μὲν ἄλλοις ἅπασι͵ μῦθοι καὶ πλάσματα καὶ δαιμόνων ἀπάται συναναμεμιγμέναι τοῖς μυθικοῖς διηγήμασιν· τὰ δὲ ἡμέτερα πάτρια͵ τῶν διηγουμένων οὐκ ἐπιδέεται. Εἰς γὰρ τὸν οὐρανόν τις ἰδὼν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ κάλλη καὶ πᾶσαν τὴν κτίσιν τῷ τῆς ψυχῆς ὀφθαλμῷ κατανοήσας͵ ὅσα περ ἂν ἐν τούτοις θαύματα καταλαβεῖν ἐξισχύσῃ͵ ταῦτα τῆς ἡμετέρας πατρίδος εὑρήσει τὰ διηγήματα· μᾶλλον δὲ οὐκ αὐτῆς τῆς πατρίδος͵ ἀλλὰ τῆς ἀποικίας͵ ἣν ἀπὸ τῆς ὑψηλοτέρας ζωῆς ἀποικισθέντες τὸν παρόντα κατειλήφαμεν κόσμον. Εἰ δὲ ἡ ἀποικία τοιαύτη͵ λογίσασθαι χρὴ τίς ἡ τῆς ἀποικίας μητρόπολις͵ τί τὸ ἐν ἐκείνῃ κάλλος͵ οἷα ἐν αὐτῇ τὰ βασίλεια͵ τίς ἡ μακαριότης τῶν ἐκείνην εἰληφότων τὴν οἴκησιν. Εἰ γὰρ τὰ φαινόμενα κατὰ τὴν κτίσιν τοιαῦτα͵ ὡς ὑπὲρ ἔπαινον εἶναι, τί χρὴ τὸ ὑπὲρ τοῦτο λογίσασθαι͵ ὃ μήτε ὀφθαλμῷ λαβεῖν δυνατόν ἐστι͵ μήτε χωρῆσαι τῇ ἀκοῇ͵ μήτε διανοίᾳ στοχάσασθαι; Διὰ ταύτης τῆς πνευματικῆς εὐφημίας τῶν ἐγκωμιαζομένων ἀποκρίνει τοὺς κάτω λήρους ὁ θεῖος τῶν ἐγκωμίων ἔπαινος͵ αἰσχρὸν εἶναι κρίνων τοὺς ἀπὸ τῶν τοιούτων ἐγνωσμένους διὰ τῶν κατὰ τὴν γῆν τιμίων σεμνύνεσθαι. Κοσμικὸς μὲν γάρ τις ἀνὴρ πρὸς τὴν ὑλικὴν εὐδαιμονίαν ἀποβλέπων͵ ἐκ τῶν τοιούτων τοῖς ἀνθρώποις ἐρανιζέτω τὸν ἔπαινον͵ εἰ πατρίς τινι γέγονεν εὔφορος βοσκημάτων͵ εἰ γειτνιῶσα θάλασσα πλεονάζει δι΄ ἑαυτῆς τοῖς λαιμαργοῦσι τὰς ὕλας͵ εἰ λίθων ἐπάλληλοι θέσεις τὰς κατασκευὰς καλλωπίζουσιν. Ὁ δὲ πρὸς τὸν ἄνω βίον βλέπων͵ ᾧ κάλλος μέν ἐστιν ἡ τῆς ψυχῆς καθαρότης, πλοῦτος δὲ ἡ ἀκτημοσύνη, πατρὶς δὲ ἡ ἀρετή, πόλις δὲ αὐτὰ τοῦ Θεοῦ τὰ βασίλεια, ὄνειδος τὴν ἐν τοῖς γηΐνοις φιλοτιμίαν ποιήσεται. Οὐκοῦν ἀποστάντες καὶ ἡμεῖς τῶν τοιούτων ἐπαίνων͵ οὔτε τὴν πατρίδα τοῖς ἐπαίνοις τοῦ Μεγάλου Γρηγορίου προσθήσομεν͵ οὔτε προγόνους εἰς συμμαχίαν τῶν ἐγκωμίων παραληψόμεθα͵ εἰδότες ὅτι οὐδεὶς ἀληθής ἐστιν ἔπαινος͵ ὃς ἂν μὴ τῶν ἐπαινουμένων ἴδιος ᾖ. Ἴδιον δέ φαμεν͵ ὃ διαμένει πάντως εἰς τὸ διηνεκὲς ἀναφαίρετον.

______________________________________ Αρχειοθήκη αναρτησεων ιστολογίου